Η Ευρωζώνη ανάμεσα στη λιτότητα και την αθέτηση πληρωμών

Posted on 24 Δεκεμβρίου, 2010 7:26 μμ από

0


[Βίντεο] [Βιβλίο]

Παρουσίαση του βιβλίου του Κ. Λαπαβίτσα, από το blog «Με αφορμή»

Την Τρίτη 21/12/2010 σε αίθουσα της Ε.Σ.Η.Ε.Α. ο Κώστας Λαπαβίτσας παρουσίασε το νέο βιβλίο του (με τη συνεργασία μιας ομάδας ερευνητών) με τίτλο «Η ευρωζώνη ανάμεσα στη λιτότητα και την αθέτηση πληρωμών», εκδόσεις Λιβάνη. Στην παρουσία του βιβλίου μίλησαν επίσης ο Κώστας Βεργόπουλος και ο Παναγιώτης Λαφαζάνης ενώ συντονιστής-παρουσιαστής ήταν ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου. Το «Αφορμή» παρουσίασε κάποια (μικρά) αποσπάσματα των ομιλητών και ολόκληρη την ομιλία-παρουσίαση του Κώστα Λαπαβίτσα.

Απόσπασμα από το βιβλίο:

Αθέτηση πληρωμών με πρωτοβουλία του οφειλέτη και η δυνατότητα εξόδου από την Ευρωζώνη

Η αθέτηση πληρωμών με πρωτοβουλία του οφειλέτη είναι δυνάμει μια πιο ριζοσπαστική επιλογή, αν και το αποτέλεσμα της θα διαφέρει ανάλογα με τη διαδικασία που θα υιοθετηθεί. Εάν, για παράδειγμα, αποτύχει η λιτότητα και μια αναδιαπραγμάτευση καθοδηγούμενη από τους πιστωτές δεν δώσει σημαντικά αποτελέσματα, η επιλογή της αθέτησης χρέους με πρωτοβουλία του οφειλέτη θα εμφανιστεί ως πιθανή επιλογή ακόμα και για τις σημερινές κυβερνήσεις στην περιφέρεια. Ωστόσο, μια τέτοια προοπτική θα έχει αναδυθεί στο πλαίσιο οικονομικού και κοινωνικού χάους που θα έχει προκληθεί από την αποτυχία της λιτότητας. Έτσι, ο βαθύτερος κίνδυνος της σημερινής πολιτικής της Ε.Ε. και του ΔΝΤ είναι ότι μπορεί να οδηγήσει σε επανάληψη της εμπειρίας της Αργεντινής, που εκτίθεται στο Παράρτημα Α. Έχοντας αυτά υπόψη, αν οι περιφερειακές χώρες υιοθετήσουν την αθέτηση πληρωμών με πρωτοβουλία του οφειλέτη, θα πρέπει να το κάνουν εκουσίως, αποφασιστικά, την κατάλληλη στιγμή και θέτοντας παράλληλα σε κίνηση βαθιές κοινωνικές αλλαγές.

Η αθέτηση πληρωμών με πρωτοβουλία του οφειλέτη σημαίνει κατ’ αρχάς τη μονομερή αναστολή πληρωμών. Αυτό θα είναι η απαρχή μιας περιόδου έντονης κοινωνικής διαπάλης στο εσωτερικό και μεγάλων εντάσεων στις διεθνείς σχέσεις. Η χώρα θα πρέπει να αποφασίσει ποιες διεθνείς της υποχρεώσεις θα εκπληρώσει και με ποια σειρά. Ακόμα πιο συνθέτη θα είναι η στάση απέναντι στις προσπάθειες των εγχώριων τραπεζών, των ξένων επενδυτών και άλλων κατόχων δημόσιου χρέους να προστατέψουν τα συμφέροντα τους.

Από τη σκοπιά των εργαζομένων, αλλά και της κοινωνίας συνολικά, είναι απαραίτητο να υπάρξει δημόσιος έλεγχος του χρέους μετά την αναστολή των πληρωμών. Η διαφάνεια είναι ζωτική ανάγκη δεδομένου του πέπλου μυστικότητας που καλύπτει τον κυβερνητικό δανεισμό. Ο έλεγχος του χρέους θα επιτρέψει στην κοινωνία να γνωρίζει τι οφείλεται και σε ποιον, καθώς και τους όρους των συμβολαίων χρέους. Θα φανεί επίσης αν κάποιο μέρος του χρέους είναι απεχθές ή παράνομο, επιτρέποντας στον οφειλέτη να αρνηθεί την καταβολή του απερίφραστα. Η κατεύθυνση που θα πάρει η αθέτηση χρέους και η δυνατότητα της να αποφέρει οφέλη στον εργαζόμενο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο θα επικρατήσει διαφάνεια για το χρέος. Αυτό θα είναι πρωταρχικό πεδίο εγχώριας κοινωνικής διαπάλης μόλις αρχίσει η διαδικασία της αθέτησης χρέους.

Με πρωτοβουλία του οφειλέτη θα ξεκινήσουν κατόπιν διαπραγματεύσεις τακτοποίησης του χρέους, με στόχο τη γρηγορότερη δυνατή ολοκλήρωση τους. Ο στόχος θα είναι ένας και μοναδικός, δηλαδή ένα γερό «κούρεμα» των δανειστών, ώστε να αρθεί το εξοντωτικό βάρος του χρέους για τις δανειζόμενες χώρες. Είναι αδύνατο να εκτιμηθεί εκ των προτέρων η έκταση του «κουρέματος» και μάλιστα πριν τον έλεγχο του χρέους αλλά, όσον αφορά την Ελλάδα, είναι απίθανο να είναι μικρότερο από αυτό της Ρωσίας ή της Αργεντινής, για τα οποία δίνονται κάποια στοιχεία στο Παράρτημα Α. Τα δύο τρίτα του ελληνικού χρέους κρατούνται στο εξωτερικό, και τα υπόλοιπα εντός της χώρας. Οι μεγαλύτεροι κάτοχοι, και εσωτερικά και εξωτερικά, είναι οι τράπεζες. Σημειώστε επίσης ότι ο μεγαλύτερος όγκος χρεογράφων του Δημοσίου έχει εκδοθεί υπό τους ελληνικούς νόμους, και αυτό πιθανώς επιτρέπει στη χώρα να αποφύγει παρατεταμένες δικαστικές διαμάχες σε δικαστήρια των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου, όπως συνέβη σε άλλες χώρες μεσαίας ανάπτυξης στο παρελθόν.23 Με δεδομένο ότι κάποιες χώρες του κέντρου είναι σημαντικά εκτεθειμένες στην Ελλάδα (και ακόμα πιο πολύ στην περιφέρεια γενικά), όπως είδαμε στο Κεφάλαιο 2, η Ελλάδα έχει ορισμένα πλεονεκτήματα στην αναδιαπραγμάτευση του δημόσιου χρέους. Μια κυβέρνηση που θα εξέφραζε τη λαϊκή θέληση και θα δρούσε αποφασιστικά θα μπορούσε να εξασφαλίσει ένα γερό «κούρεμα» σε σχετικά σύντομο χρόνο.

Ωστόσο, η αθέτηση πληρωμών με πρωτοβουλία του οφειλέτη ενέχει και σημαντικούς κινδύνους. Ο πιο άμεσος θα ήταν ο αποκλεισμός από τις αγορές κεφαλαίου για μια περίοδο. Πιο σύνθετη είναι η περίπτωση να οδηγήσει η αθέτηση πληρωμών σε μεγάλη έλλειψη εμπορικών πιστώσεων λόγω των επιπτώσεων στις διεθνείς και εγχώριες τράπεζες και συνεπώς να πληγούν οι εξαγωγές του οφειλέτη. Ακόμα πιο σοβαρός είναι ο κίνδυνος η αθέτηση πληρωμών να προκαλέσει τραπεζική κρίση, εφόσον σημαντικός όγκος δημόσιου χρέους είναι στα χέρια εγχώριων και διεθνών τραπεζών.

Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η περίοδος αποκλεισμού από τις διεθνείς χρηματαγορές δεν διαρκεί πολύ και πάντα υπάρχουν εναλλακτικές πηγές δανεισμού. Συνήθως οι χώρες ανακτούν την αξιοπιστία τους σε σύντομο διάστημα και οι χρηματαγορές έχουν πολύ αδύναμη μνήμη. Από την άλλη μεριά, η απειλή για τις εμπορικές πιστώσεις μπορεί να αποδειχθεί πιο σημαντική και μπορεί να χρειαστεί να παρέμβουν οι κυβερνήσεις και να εγγυηθούν τα εμπορικά χρέη. Ωστόσο, η πιο απειλητική εκδοχή είναι αυτή της τραπεζικής κρίσης, που θα μπορούσε να μεγεθύνει εξαιρετικά το πλήγμα της αθέτησης χρέους. Για να αποτραπεί μια τραπεζική κρίση, θα πρέπει να υπάρξει εκτεταμένη και αποφασιστική κυβερνητική παρέμβαση. Στην Ελλάδα, αυτό θα σήμαινε επέκταση του ιδιοκτησιακού μεριδίου του Δημοσίου και του ελέγχου πάνω στις τράπεζες, προστατεύοντας τις από την κατάρρευση και προλαβαίνοντας τον πανικό των καταθετών. Υπό δημόσια ιδιοκτησία, οι τράπεζες θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως μοχλοί για την εκ βάθρων αναμόρφωση της οικονομίας προς όφελος της εργασίας.

Θα μπορούσε μια τέτοια δραστική σειρά μέτρων να ληφθεί μέσα στα ασφυκτικά όρια της Ευρωζώνης; Κατ’ αρχάς, είναι εξαιρετικά ασαφές αν αυτό θα ήταν επισήμως εφικτό. Δεν υπάρχει προηγούμενο αθέτησης χρέους στο πλαίσιο της Ευρωζώνης και το νομικό πλαίσιο δεν αφήνει περιθώρια για κάτι τέτοιο.24 Δεν υπάρχει δεδομένος τρόπος να διακριβωθεί η επίσημη αντίδραση της Ευρωζώνης σε μονομερή αναστολή πληρωμών από ένα ή περισσότερα μέλη της. Επίσης, δεν είναι καθαρό τι θα σήμαινε η αθέτηση πληρωμών όσον αφορά τη συμμετοχή στους μηχανισμούς λήψης αποφάσεων στην Ευρωζώνη, συμπεριλαμβανομένου του καθορισμού των επιτοκίων. Είναι αναπόφευκτο ότι αυτός που προβαίνει σε αθέτηση χρέους θα γίνει ο παρίας, αλλά η επίσημη θέση παραμένει ασαφής.

Παραβλέποντας το θεσμικά εφικτό, μπορεί να αναρωτηθεί κανείς αν θα ήταν επιθυμητό να γίνει αθέτηση πληρωμών με πρωτοβουλία του οφειλέτη εντός της Ευρωζώνης. Η απάντηση είναι αρνητική. Πρώτον, θα είναι πολύ πιο δύσκολο για τη χώρα να αντιμετωπίσει μια εγχώρια τραπεζική κρίση χωρίς πλήρη έλεγχο της νομισματικής πολιτικής. Ακόμα, αν οι τράπεζες περνούσαν στα χέρια του Δημοσίου μετά την αθέτηση πληρωμών, αλλά συνέχιζαν να παραμένουν στο Ευρωσύστημα των τραπεζών, θα ήταν πρακτικά αδύνατο να αξιοποιηθούν σε κατεύθυνση αναμόρφωσης της οικονομίας. Δεύτερον, η παραμονή στην Ευρωζώνη δεν θα βοηθούσε ιδιαίτερα τον οφειλέτη από τη άποψη της πρόσβασης στις χρηματαγορές ή της μείωσης του κόστους δανεισμού. Τρίτον, η επιλογή της υποτίμησης θα ήταν αδύνατη, αφαιρώντας έτσι ένα ζωτικό συστατικό της ανάκαμψης. Η συσσώρευση του χρέους στις χώρες της περιφέρειας είναι αξεδιάλυτα συνδεδεμένη με το κοινό νόμισμα και όσο ο οφειλέτης παραμένει στην Ευρωζώνη το πρόβλημα του χρέους θα επανεμφανιστεί.

Συνεπώς, η αθέτηση πληρωμών με πρωτοβουλία του οφειλέτη εγείρει την προοπτική της εξόδου από την Ευρωζώνη. Η έξοδος θα προσέφερε άμεσο έλεγχο της εγχώριας δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής. Θα εξάλειφε επίσης τους περιορισμούς ενός νομισματικού συστήματος που οδήγησε σε μόνιμα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών για την περιφέρεια. Είναι λογικό να αναμένεται ότι η υποτίμηση θα επιφέρει αύξηση της ανταγωνιστικότητας. Είναι ακόμα εύλογο ότι θα υπάρξει αναδιάταξη των εγχώριων πόρων προς όφελος της εγχώριας βιομηχανίας. Το αποτέλεσμα θα είναι η προστασία της απασχόλησης, καθώς και η άρση των πιέσεων της λιτότητας στους μισθούς.

Όπως φαίνεται στο Παράρτημα Α, στη Ρωσία και στην Αργεντινή η αθέτηση πληρωμών και η υποτίμηση οδήγησε σε ταχεία ανάκαμψη. Οι περιφερειακές ευρωπαϊκές οικονομίες είναι βέβαια διαφορετικές από αυτές τις πλούσιες σε πόρους χώρες-εξαγωγείς πρώτων υλών. Ωστόσο, δεν υπάρχει λόγος να θεωρήσουμε ότι άλλοι τομείς, όπως ο τουρισμός και τμήματα της μεταποίησης, δεν θα ανταποκρίνονταν θετικά στην υποτίμηση.

Βέβαια, η έξοδος εμπεριέχει και κόστος, με δεδομένη τη βίαιη αλλαγή του νομισματικού συστήματος. Η επιστροφή σε ένα εθνικό νόμισμα για την Ελλάδα, ή μια άλλη περιφερειακή χώρα, θα ήταν πιο δύσκολη από την «πεσοποίηση» της οικονομίας της Αργεντινής, με δεδομένο το βαθμό νομισματικής ολοκλήρωσης στο πλαίσιο της Ευρωζώνης. Ωστόσο, η αντικατάσταση του ευρώ δεν είναι πολύπλοκη διαδικασία και οι βασικές της παράμετροι είναι εύκολο να διαπιστωθούν. Η απόφαση θα πρέπει να ανακοινωθεί ξαφνικά για να ελαχιστοποιηθεί η φυγή κεφαλαίων. Θα υπάρξει επίσης παρατεταμένη αργία για τις τράπεζες, οι οποίες θα λάβουν οδηγία για μετατροπή των αποθεματικών τους, καθώς και άλλων αξιών και υποχρεώσεων, στο νέο νόμισμα σε ισοτιμία καθορισμένη από την κυβέρνηση. Όταν ξανανοίξουν οι τράπεζες, θα υπάρξει παράλληλη κυκλοφορία του ευρώ και του νέου νομίσματος, που σημαίνει διπλές τιμές για ένα φάσμα προϊόντων και υπηρεσιών. Θα υπάρξει, επίσης, νομισματική αναταραχή, καθώς συμβόλαια και πάγιες υποχρεώσεις θα προσαρμόζονται στο νέο νόμισμα. Για να αποφευχθεί η κατάρρευση της εμπιστοσύνης, που θα είχε καταστροφικές επιπτώσεις για την οικονομική δραστηριότητα, δεν πρέπει να υπάρξει ταλάντευση στην εφαρμογή της πολιτικής που θα υιοθετηθεί. Σταδιακά, οι τιμές και η νομισματική κυκλοφορία θα προσαρμοστούν στο νέο νόμισμα, ενώ το ευρώ θα αποκλειστεί από την εγχώρια οικονομία.

Η διεθνής ισοτιμία του νέου νομίσματος θα πέσει αναμφίβολα, δημιουργώντας σύνθετες αλλαγές στην ισορροπία των κοινωνικών δυνάμεων στο εσωτερικό. Οι τράπεζες και οι επιχειρήσεις που οφείλουν στο εξωτερικό θα αντιμετωπίσουν μεγάλες δυσκολίες και η πρώτη τους αντίδραση θα είναι να προσπαθήσουν να περάσουν κάποιες από τις οφειλές τους στο κράτος. Από την άλλη, οι κάτοχοι αξιών στο εξωτερικό θα επιχειρήσουν να κερδοσκοπήσουν εις βάρος του νέου νομίσματος. Για τους εγχώριους καπιταλιστές η επιστροφή σε εθνικό νόμισμα θα φανεί ως ευκαιρία να μεταφέρουν κόστος στην κοινωνία, ενώ θα προσπαθήσουν να επωφεληθούν από τη μεταφορά πλούτου λόγω της υποτίμησης του νέου νομίσματος.

Από τη σκοπιά των εργαζομένων, αλλά και της κοινωνίας συνολικά, η απάντηση θα ήταν ένα ευρύ πρόγραμμα εθνικοποιήσεων και δημόσιου ελέγχου της οικονομίας, αρχίζοντας από το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η δημόσια ιδιοκτησία των τραπεζών θα εγγυόταν τη συνέχιση της λειτουργίας τους, αποτρέποντας τον πανικό αναλήψεων. Θα επιβάλλονταν έλεγχοι κεφαλαιακών και διεθνών συναλλαγών με σκοπό την αποτροπή της φυγής κεφαλαίων και την ελαχιστοποίηση των κερδοσκοπικών συναλλαγών. Έτσι, θα δημιουργούνταν οι προϋποθέσεις που θα επέτρεπαν την υιοθέτηση βιομηχανικής πολιτικής, η οποία θα άλλαζε την ισορροπία της εγχώριας οικονομίας, ενδυναμώνοντας τον τομέα της παραγωγής. Οι πηγές της ανάπτυξης μεσοπρόθεσμα θα πρέπει να βρεθούν μέσω της αποφασιστικής αναδόμησης της οικονομίας και όχι μέσω της διόγκωσης των εξαγωγών λόγω υποτίμησης.

Το νέο νόμισμα θα δημιουργήσει επίσης πληθωριστικές πιέσεις λόγω της αύξησης του κόστους των εισαγωγών, ειδικότερα στον τομέα της ενέργειας και συνεπώς θα υπάρξει μείωση του πραγματικού μισθού. Η αντιμετώπιση αυτών των πιέσεων δεν είναι καθόλου εύκολη, αλλά σίγουρα είναι εφικτή. Πρώτα απ’ όλα, δεν είναι δυνατό να εκτιμηθεί εκ των προτέρων ποιο θα είναι το ποσοστό στο οποίο η άνοδος των τιμών εισαγωγής θα περάσει στις εγχώριες τιμές. Περαιτέρω, ο έλεγχος επί της νομισματικής πολιτικής θα επιτρέψει αντιπληθωριστικά μέτρα, ειδικά κατά την πρώτη περίοδο του σοκ μετά την υποτίμηση. Επίσης, θα μπορούσε να στηριχθεί ο πραγματικός μισθός με πολιτική αναδιανομής εισοδήματος μέσω της φορολόγησης των υψηλότερων εισοδημάτων και του πλούτου. Οι περιφερειακές χώρες είναι οι χώρες με τις μεγαλύτερες ανισότητες στην Ευρωζώνη και έχουν άμεση ανάγκη αναδιανομής. Σημειώστε επίσης ότι ένα πληθωριστικό ξέσπασμα θα μείωνε το τεράστιο βάρος του εσωτερικού χρέους.

Η αθέτηση πληρωμών και η έξοδος θα δημιουργούσαν, τέλος, προβλήματα στα δημόσια οικονομικά, ειδικά λόγω της αδυναμίας πρόσβασης σε διεθνή κεφάλαια. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι το πρωτογενές ισοζύγιο γίνεται θετικό σε λίγο χρόνο μετά από τέτοια συμβάντα. Βραχυπρόθεσμα, τα δημοσιονομικά προβλήματα θα εξομαλυνθούν μέσω της σταδιακής ανάκαμψης. Η κυβέρνηση θα μπορούσε επίσης να δανειστεί από τα εθνικοποιημένα τραπεζικά συστήματα, καθώς επίσης και να εκχρηματίσει μέρος του ελλείμματος. Ωστόσο, για μια χώρα όπως η Ελλάδα, η μεσοπρόθεσμη απάντηση θα είναι η αναδόμηση του φορολογικού συστήματος μέσω της διεύρυνσης της φορολογικής βάσης, ώστε να περιληφθούν οι πλούσιοι και το ίδιο το κεφάλαιο. Κάτι τέτοιο θα ήταν αναπόσπαστο τμήμα της συνολικής αναδόμησης του ελληνικού κράτους, σε πιο δημοκρατική και ελεγχόμενη βάση. Δεν μπορεί να υπάρξει μόνιμη λύση στα δημοσιονομικά προβλήματα της Ελλάδας και των άλλων περιφερειακών χωρών χωρίς αλλαγή της φύσης του κράτους, που θα αντανακλά μια υποκείμενη μεταβολή της ταξικής ισορροπίας. Ευρύτερα, δεν μπορεί να υπάρξει νέα οικονομική ισορροπία προς όφελος των εργαζόμενων χωρίς τη βαθιά αναδόμηση του κράτους.

Συνοψίζοντας, δεν υπάρχει εύκολη εναλλακτική λύση για τους εργαζόμενους στις χώρες της περιφέρειας. Το δίλημμα που αντιμετωπίζουν αυτές οι χώρες είναι μεγάλο. Θα μπορούσαν να συναινέσουν στη λιτότητα, να παραμείνουν στην Ευρωζώνη και να υποστούν την ύφεση ή τη στασιμότητα για αδιευκρίνιστο διάστημα στο μέλλον. Εναλλακτικά θα μπορούσαν να επιλέξουν την αθέτηση πληρωμών με πρωτοβουλία του οφειλέτη και την έξοδο από την Ευρωζώνη. Η δεύτερη επιλογή μπορεί να σημάνει τη ριζοσπαστική αναμόρφωση της οικονομίας και της κοινωνίας, αλλάζοντας τις ισορροπίες εις βάρος του κεφαλαίου. Η διαπάλη για το ποιος θα φέρει τα βάρη της κρίσης θα συνεχιστεί, αλλά κάτω από πιο ευνοϊκές συνθήκες ώστε να προκύψει προοδευτική λύση προς το συμφέρον των πολλών. Η αθέτηση πληρωμών με πρωτοβουλία του οφειλέτη μπορεί να αποδειχθεί η αρχή μιας αντικαπιταλιστικής στροφής στην περιφέρεια της Ευρωζώνης που θα καταργούσε το νεοφιλελεύθερο κλοιό στην Ε.Ε. και θα ωθούσε την Ευρώπη προς μια συνεργατική, σοσιαλιστική κατεύθυνση. Απομένει να δούμε αν οι Ευρωπαίοι εργαζόμενοι στην περιφέρεια αλλά και στο κέντρο έχουν ικανή οργανωτική και ιδεολογική ισχύ για να επιφέρουν μια τέτοια σπουδαία αλλαγή.

Αναδημοσίευσε ο Γαλαξιάρχης

Short URL: http://wp.me/pPn6Y-4RM