Αναζητώντας τη συναίνεση: γιατί δε διευρύνεται η εξέγερση;

Posted on 23 Δεκεμβρίου, 2010 12:18 πμ από

45


inflammatory  

[shepard-fairey-say-yes.jpg]Στην πραγματικότητα όσοι διατυπώνουν αυτό το ερώτημα, δεν απορούν γιατί δε διευρύνεται η εξέγερση, αλλά γιατί δε διευρύνεται όπως περιγράφεται στην επαναστατική βιβλιογραφία του προηγούμενου αιώνα που διάβασαν και ανέλυσαν με «συντρόφους» σε κάποια ιδεολογική λέσχη. Είναι οι ίδιοι που την εκβιάζουν να ξεκινήσει απο μια συγκεκριμένη κατηγορία ατόμων (πχ εργαζόμενοι) σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή (πχ απολύσεις). Έχει μάλιστα κατα καιρούς παρατηρηθεί, οτι ακόμα κι αν πάνε να επιβεβαιωθούν, για κάποιο διαστροφικό λόγο αισθάνονται ανέτοιμοι να διαχειριστούν το απρόβλεπτο θυμικό των μαζών και άθελα τους τη «σαμποτάρουν». Αυτές είναι οι αντιφάσεις που διακατέχουν αρκετούς στον ευρύτερο χώρος της αριστεράς και της αναρχίας,  ένας χώρος πρωτοπόρος – θέλοντας και μη, ως το πιο ριζοσπαστικό κομμάτι της κοινωνίας – στις διαδικασίες αντίστασης ενάντια στο κυρίαρχο σύστημα, οι οποίοι είναι επιρρεπείς στην ιδεολογική αυτοαναφορικότητα και τις αρχές της, άσχετα απο τη δυναμική της κοινωνικής κίνησης, ενω δε λείπει η ψυχαναγκαστική εμμονή να γεμίζουν τα νεκροταφεία αναντικατάστατους. 

Αρκετοί των οποίων η πολιτική θεώρηση έχει τους εργαζόμενους ως το «επαναστατικό υποκείμενο», υποστηρίζουν πως διανύουμε μια συγκοιρία που μας δίνει την ιστορική ευκαιρία για να ξεκινήσει τάχαμου η «αντεπίθεση της εργατικής τάξης ενάντια στο κεφάλαιο»… Κατ’αρχας σε αυτή τη φάση δε διανύουμε επιθετικούς αγώνες, οπως πριν, αλλά αμυντικούς για να μη χαθούν τα κεκτημένα. Η δε μετάβαση απο τους αμυντικούς σε ανοιχτούς αγώνες, προϋποθέτει την αναδιοργάνωση της εργατικής τάξης η οποία με τη σειρά της δε μπορεί να γίνει μόνο με διαπιστώσεις περι ιστορικών ευκαιριών γιατί είναι κάτι πολύ πιο περίπλοκο. Η σύνθεση και πολύ περισσότερο η συνείδηση της εργατικής τάξης, έχει αλλάξει τόσο δραματικά απο αυτή του ’30 πχ. που μπορούμε χαλαρά να μιλάμε ακόμα και για «ταξικό εμφύλιο».  

Δεν έτυχε…πέτυχε..!!  Το κεφάλαιο εφαρμόζει στρατηγική όχι μόνο σε μακροοικονομικό και μικροοικονομικό επίπεδο….αλλά και επίπεδο διαμόρφωσης αντιλήψεων του ατόμου.  Μεταφέρει τις επιχειρήσεις σε χώρες που υπάρχει χαμηλό εργατικό κόστος και απουσία διεκδικήσεων, βελτιώνει την τεχνολογία, μεταπηδά σε μη κορεσμένους κλάδους παραγωγής….και τωρα τελευταία επικεντρώνεται στη χρηματοπιστωτική σφαίρα. Ο τραπεζικός δανεισμός έχει αντικαταστήσει το «μηνιαίο εισόδημα» για να στηριχθεί η αναγκαία ζήτηση/κατανάλωση. Οι εργαζόμενοι μισθωτοί λοιπόν που άλλοτε διεκδικούσαν συλλογικά, μετατράπηκαν σε πειθαρχημένους δανειολήπτες. Ο περιοδικός τύπος βάζει κι αυτός το χεράκι του εκδίδοντας lifestyle έντυπα – υμνος στον κώλο και το βυζί, προπαγανδίζοντας τι πρέπει να έχεις δει, καταναλώσει και επισκεφτεί, πριν πατήσεις τα 40. Τα μυαλά αρχίζουν να φουσκώνουν…για να φουσκώσουν με τη σειρά τους οι κάρτες και τα χρηματιστήρια

Ο Che Guevara τυπώνεται στάμπα σε εκατομμύρια μπλουζάκια, κονκάρδες, τσάντες, κούπες και μπρελόκ, «επανάσταση» είναι το λανσάρισμα καινούργιας οδοντόκρεμας και ο μεγαλοmanager με τις «ηγετικές ικανότητες» στη διαχείρηση στρατιάς εργαζομένων, υλοποιεί με στρατηγική το «όραμα» της επιχείρησης να καθιερωθεί «πρωτοπόρα» στην αγορά της σερβιέτας. Η τεχνοκρατική ρητορική πολύ έξυπνα, ξεκλέβει έννοιες μιας «βαρύτητας», ώστε να καταγραφτούν με αβάσταχτη ελαφρότητα σε εγχειρίδια σχολών business αλλά και corporate sites που περιγράφουν την εκάστοτε εταιρική κουλτούρα, προκειμένου ο όχλος μέσα στη ρομποτική διαδικασία παραγωγής/κατανάλωσης, να νιώσει τουλάχιστον πως απέκτησε «ταυτότητα» ή πως συνεισφέρει σε κάτι πολύ «ουάου» και σημαντικό.

Η δε εργασία παύει να θεωρείται μόνο μέσο βιοπορισμού, αλλά καριέρα που φέρνει κοινωνική καταξίωση και συνακόλουθα ενίσχυση (πάλι) της προσωπικής ταυτότητας. Το αφεντικό δεν αντιμετωπίζεται ως «ταξικός αντίπαλος» αλλά ως εν δυνάμει «επαγγελματικός σύμμαχος», στην προσπάθεια ανέλιξης στην ιεραρχία, που πρέπει να διεκδικηθεί με υπερωρίες, υποχωρητικότητα στις αποδοχές/παροχές, προσαρμογή στην επισφάλεια και τις ευρύτερες δυναμικές συνθήκες της αγοράς (εξαγορές/συγχωνεύσεις κλπ). Ο εκ φύσεως «συγκρουσιακός» συνδικαλισμός, διακινδυνεύει με ρήξη αυτή τη «σχέση», συνεπώς δεν αφορά τον εργαζόμενο εκ πεποιθήσεως. Συν τοις άλλοις η κουλτούρα της καριέρας προωθεί τον ανταγωνισμό ανάμεσα στους υπαλλήλους, συνεπώς ενα εγχείρημα που προαπαιτεί αλληλεγγύη είναι δύσκολο να ευοδωθεί με μαζικότητα και απο τη μια στιγμή στην άλλη. Ουσιαστικά η καριέρα αλλάζει τις προτεραιότητες, δίνοντας τα σκήπτρα στο «status» και αφήνοντας τη διεκδίκηση «παροχών» στην άκρη.

Ακόμα όμως και γι αυτούς που δε χρωστάνε σε όσους μιλούν ελληνικά ή δεν είναι καριερίστες και θέλουν να οργανωθούν, μπορεί να είναι δύσπιστοι ως προς τον συνδικαλισμό και οχι αδίκως. Στην Ελλάδα υπάρχει η παράδοση που θέλει την κομματικοποίηση και την υπαγωγή των συνδικάτων στον πολιτικό σχεδιασμό κομμάτων ή οργανώσεων. Ουσιαστικά λοιπόν η προτεραιότητα δεν είναι η εξυπηρέτηση των συμφερόντων της εργατικής τάξης αλλά πρώτα αυτού του «όποιου» πολιτικού σχεδιασμού. Σε αυτή την τακτική συμμετέχουν επίσης τμήμα του ΣΥΡΙΖΑ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Απο την άλλη μπορεί να μην υπάρχουν σωματεία στο χώρο δουλειάς ή τα σωματεία που υπάρχουν, να μην είναι απαραίτητα ανοιχτά σε όλες τις μορφές ελαστικής και επισφαλούς εργασίας. Άλλοι εργαζόμενοι πάλι δεν έχουν μάθει να αγωνίζονται με τους παραδοσιακούς τρόπους στα πλαίσια της επιχείρησης των 2-3 ατόμων που δουλεύουν και η απεργεία μοιάζει με ουτοπία.

Μέσα λοιπόν σε αυτά τα πλαίσια μαζικής οργάνωσης που έχει να επιδείξει αυτή τη στιγμή τουλάχιστον η εργατική τάξη και δεδομένου οτι η ΓΣΕΕ, η μόνη συνομοσπονδία που μπορεί να κηρύξει γενική απεργεία και να κατεβάσει για πλάκα κανα 80άρι χιλιάρικο κόσμο στο δρόμο, είναι ξεπουλημένη, είναι το λιγότερο άκυρο να μιλάει κανείς για εξεγέρσεις και επαναστάσεις της εργατικής τάξης. Ακόμα και τα σωματεία που αγωνίζονται αυτοοργανωμένα και αυτόνομα, εξω απο τα θεσμικά όρια, δεν παύουν να φέρουν την ιδιότητα της  «θεσμικά οργανωμένης δομής της εργατικής τάξης» που διαπραγματεύεται το εμπόρευμα «εργατική δύναμη»….θεσμοποίηση που την κέρδισαν στην τελική απο το καπιταλιστικό κράτος.     

Οι εξεγέρσεις ούτε κλείνουν ραντεβού και πολύ σημαντικότερα δεν εκβιάζονται. Μπορεί ενα σύνολο ανθρώπων να είναι πρωτοπόρο και στην ιδέα αλλά και στην πράξη, όταν όμως φτάσει η ώρα του πάρτυ, όπως καλή ωρα έγινε το Δεκ. του 2008, η εξέγερση ξεπερνάει και με το παραπάνω όοοοολους αυτούς τους «πρωτοπόρους». Και σε επίπεδο βίας και σε επίπεδο δυνατότητας να παρέμβουν ή να «καθοδηγήσουν». Διότι συμμετείχαν άλλοι τόσοι που και υποτιμήθηκαν και δε συμπεριλαμβάνονται στα πολιτικά εγχειρίδια της προτίμησης τους. Μαθητές, φοιτητές, μεσήλικες, «λούμπεν», εργαζόμενοι επισφαλείς και μη, άνεργοι, μετανάστες, «πολιτικοποιημένοι» και απολίτικοι.

 http://wp.me/pPn6Y-4Og