Ο διεθνισμός ως αμηχανία

Posted on 21 Δεκεμβρίου, 2010 10:49 μμ από

4


Του
Δημήτρη Μπελαντή (από την «Εποχή» της Δευτέρας 20 Δεκεμβρίου)

για την αντιγραφή:  Καπυμπάρα

Στα προηγούμενα φύλλα της «Εποχής» διεξήχθη μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση για τα όρια ανάμεσα στον εθνικισμό, το διεθνισμό και τον ευρωπαϊσμό (θα προσέθετα λανθανόντως και τον κοσμοπολιτισμό) ανάμεσα στο σ. Στάθη Κουβελάκη και το σ. Τάκη Μαστρογιαννόπουλο. Στη συνέχεια παρενέβη ο σ. Χρήστος Λάσκος (στο φύλλο της 28/11/2010 ) και εμπλούτισε το διάλογο. Επίσης, ο σ. Μηλιός έχει θέσει άκρως ενδιαφέροντα ζητήματα για τη σχέση ευρώ και εργατικών συμφερόντων αλλού. Ορισμένα ζητήματα παραμένουν, κατά την άποψή μου, ανοιχτά προς περαιτέρω συζήτηση. Ως προς αυτά θα ήθελα να κάνω κάποιες παρατηρήσεις μην κρύβοντας διόλου και προς αποφυγή επαναλήψεων ότι επί της αρχής τάσσομαι με τις απόψεις του σ. Κουβελάκη (και, άρα, ενδεχομένως και με τον «σοσιαλισμό σε μια μόνη χώρα», τον «αριστερό εθνικισμό» κ.λπ.).

Η εργατική τάξη, «εθνική» ή διεθνής τάξη;

Ο αναγκαίος και αξιακά ισχυρός διεθνισμός των εργατικών αγώνων δεν αναιρεί το γεγονός ότι α) η εργατική τάξη συγκροτείται ιδεολογικά και πολιτιστικά στην αστική κοινωνία ως μια «εθνική» τάξη με εθνικά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά , ιστορικότητα και μορφές πάλης (βλ. και τις περίφημες αναλύσεις του Ε.Π. Τόμπσον για τη Βρετανία). Όπως έχει επισημάνει και ο Πουλαντζάς στο τελευταίο του βιβλίο (σελ. 169) «η χωρότητα και η ιστορικότητα κάθε εργατικής τάξης είναι μια παραλλαγή του δικού της έθνους, τόσο διότι είναι σφηνωμένες μέσα στη χωρική και στη χρονική μήτρα , όσο και διότι είναι συστατικό μέρος αυτού του έθνους ως συνιστώσα του συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στην εργατική τάξη και στην αστική τάξη» β) η ταξική πάλη και ιδίως η πολιτική ταξική πάλη αναπτύσσεται κατ’ αρχήν σε έναν εθνικό κοινωνικό σχηματισμό και επιφέρει αποτελέσματα εντός αυτού. Το τελικό διεθνές άνοιγμα της ταξικής πάλης και η διαμόρφωση μιας διεθνούς συγκυρίας και ατζέντας της ταξικής πάλης με τη μορφή του ντόμινο ή αλλιώς δεν αναιρούν αυτή την πραγματικότητα. Επιπλέον, είναι αντιφατικό να αρνούμαστε την ύπαρξη μιας υπερεθνικής ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης (η «πολυεθνική ελίτ» του Τ. Φωτόπουλου) και να εναποθέτουμε ταυτόχρονα όλα τα καθήκοντα σε μια μυθική «διεθνή εργατική τάξη».

Το ηγεμονικό σχέδιο

Η εργατική τάξη, αν δεν θέλει να είναι απλώς μια « συνδικαλιστική τάξη», οφείλει να έχει ένα (αντι-) ηγεμονικό πολιτικό σχέδιο για τον εθνικό κοινωνικό σχηματισμό. Ακόμη και σε συνθήκες ακραίας διεθνοποίησης του κεφαλαίου (τάση πάντως που μπορεί και να αντιστραφεί ), δεν μπορεί να ξεφύγει από αυτό το ιστορικό της καθήκον. Άρα, δεν μπορεί μόνο να αμύνεται κατά του κυρίαρχου σχεδίου- όσο και αν αυτή η άμυνα είναι πολύτιμη. Πρέπει να επεξεργασθεί ως σχέδιο μια στρατηγική κοινωνικών συμμαχιών και θεματικών, η οποία θα αποδιαρθρώνει τον αντίπαλο και θα ανοίγει το δρόμο στην κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από αυτήν («μεταβατικό πρόγραμμα», στη συνέχεια «πρόγραμμα της επαναστατικής κρίσης» κ.λπ.). Ακόμη και η «ανασύνθεση της ΕΕ» -αν και προσωπικά κλίνω πολύ περισσότερο προς την «έξοδο από την ευρωζώνη»- θα μπορούσε να είναι ένα τέτοιο σχέδιο, παρά τα προβλήματα που η ασυμμετρία και ασυγχρονία των αγώνων από χώρα σε χώρα αντικειμενικά προκαλούν. Όχι, όμως, η σκέτη «άμυνα» χωρίς σχέδιο. Άλλωστε, η σημαντική νίκη του κεφαλαίου στα τελευταία τριάντα χρόνια έγκειται ακριβώς στην αποδυνάμωση της συζήτησης για το εθνικό ηγεμονικό σχέδιο της εργασίας.
Επίσης, είναι αυτονόητο ότι αν έχεις τέτοιο σχέδιο δεν φοβάσαι να μιλήσεις και στο όνομα του «έθνους»: είναι φανερό ιδίως στις συνθήκες κρίσης (βλ. και 1941-1944 στην Ελλάδα) και όσο δεν μπαίνεις σε σχήματα «εθνικής ενότητας» ότι το δικό σου «έθνος» είναι ριζικά διαφορετικό από εκείνο της αστικής τάξης.

Έξοδος από το ευρώ: προς την εύρυθμη καπιταλιστική ανάπτυξη;

Δεν είναι καθόλου προφανές ότι μια πρόταση σε εθνική κλίμακα απεμπλοκής από το ευρώ πρέπει να καταλήγει σε σχέδια «καπιταλιστικής ανάπτυξης», σαν αυτά που μας έχει συνηθίσει η διαχειριστική Αριστερά. Ακόμη και παρά το γεγονός ότι μεταβατικά και με το καθαρότερο ακόμη σοσιαλιστικό σχέδιο ή σχέδιο εργατικού ελέγχου κάθε ανάπτυξη είναι ακόμη «καπιταλιστική», μια πρόταση εξόδου από την ευρωζώνη μπορεί κάλλιστα να συνιστά μια μεγάλη ρωγμή με την αστική εξουσία. Εφόσον κάτι τέτοιο γίνει με την πρωτοβουλία της Αριστεράς και του εργατικού κινήματος και δεν είναι η λύση απελπισίας του αστισμού. Αλήθεια, μπορούμε να φανταστούμε το άνοιγμα μιας διαδικασίας ανατρεπτικής του καπιταλισμού με δεδομένο όλο το μηχανισμό της ευρωζώνης, την ΕΚΤ, το Συμβούλιο της ΕΕ και το Σύμφωνο Σταθερότητας; Γιατί, βεβαίως, το ευρώ δεν νοείται χωρίς αυτούς τους όρους και μηχανισμούς. Αν αυτοί κατέρρεαν, καμία κυρίαρχη δύναμη δεν θα ενδιαφερόταν για το ευρώ. Επιπλέον, ας θυμηθούμε ότι καμία επαναστατική διαδικασία δεν προχώρησε χωρίς να «σπάσει» το ιμπεριαλιστικό πλαίσιο όπου η χώρα ήταν προσδεδεμένη είτε ισότιμα είτε ανισότιμα. Ή πάντως απέτυχε και γιατί δεν μπορούσε να το «σπάσει». Η Ρωσία και η Αντάντ το 1917. Το ενδιαφέρον του ΝΑΤΟ για την έκρυθμη ιταλική συγκυρία στα 1970.
Άρα, το ζήτημα δεν είναι ακριβώς το αν το ευρώ έβλαψε ή ωφέλησε την καπιταλιστική ανάπτυξη – θα μπορούσαν να έχουν συμβεί με αντιφατικό τρόπο και τα δύο- αλλά το αν οι ειδικοί θεσμικοί μηχανισμοί του ευρώ είναι πρόσφοροι α) για την αντικαπιταλιστική διέξοδο από την κρίση ή και β) απλώς για μια φιλολαϊκή μεταρρύθμιση. Διότι η ιστορική τραγωδία του μεταφορντικού ευρωπαϊκού καπιταλισμού έγκειται ακριβώς στο ότι έχει οικοδομήσει την τελευταία εικοσαετία έναν τέτοιο θεσμικό μηχανισμό που φαίνεται να αποκλείει απολύτως ακόμη και γνήσιες εναλλακτικές σοσιαλδημοκρατικές λύσεις. Εκτός, αν πιστεύουμε, ότι η φύση του ευρώ στη σημερινή σκληρυμένη φάση του νεοφιλελευθερισμού είναι επίδικο πιέσεων, πολιτικών ανασυμφωνιών κ.λπ. προς τα Αριστερά. Εμείς, αντιθέτως, πιστεύουμε ότι η συζήτηση περί του Μνημονίου και της αντίστασης σε αυτό είναι άρρηκτα συνδεμένη με τους μηχανισμούς του ευρώ και του νεοφιλελεύθερου Συμφώνου Σταθερότητας και ότι αυτοί οι μηχανισμοί συνέβαλαν άλλωστε σημαντικά και στη δανειακή υπερχρέωση και αναξιοπιστία της Ελλάδας.

Η θεωρία του «αδύνατου κρίκου»-Στάλιν και Τρότσκι

Η θεωρία του «αδύνατου κρίκου» δεν είναι ενταγμένη στην πάγια σταλινική στρατηγική – αν και σε αυτήν συνέβαλε θεωρητικά ο Ι.Β. Στάλιν- αλλά αναγκαίο στοιχείο μιας σύγχρονης επαναστατικής στρατηγικής. Η θεωρία αυτή πρεσβεύει ότι η συγκέντρωση αντιφάσεων οικονομικών, πολιτικών και ιδεολογικών της διεθνούς συγκυρίας του καπιταλισμού σε μια ειδική καπιταλιστική χώρα και σε μια ορισμένη/ ειδική συγκυρία οδηγεί αντικειμενικά και υποκειμενικά σε όρους επαναστατικής κατάστασης και κρίσης και σε έξοδο από την ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Ότι δεν υπάρχει μια γραμμική συγχρονία και συμμετρία των κοινωνικών αγώνων, η οποία θα οδηγούσε στη «γενική και διεθνή ανατροπή». Ρεύματα αναμφισβήτητα διεθνιστικά, που αναφέρονται στη «διαρκή επανάσταση», κατήγγειλαν τη λογική τής «αυτοοχύρωσης του σοσιαλισμού» από τον Στάλιν σε βάρος της διεθνούς επανάστασης και όχι τον «αδύνατο κρίκο». Ο Τρότσκι στη δεκαετία του ’30 κατέληγε πάντοτε σε αποφάνσεις για τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ισπανία και όχι σε ένα σχήμα «διεθνούς συγχώνευσης» της ταξικής πάλης και συνδύαζε ικανοποιητικά τη διεθνή συγκυρία με τις «εθνικές ανάγκες» κάθε κινήματος. Έψαχνε με αγωνία τον εκάστοτε «αδύνατο κρίκο» δυστυχώς ακόμη και εκεί που δεν υπήρχε (βλ. και Τ. Κλιφ «Τρότσκι 4 -όσο πιο σκοτεινή η νύχτα τόσο πιο φωτεινό το αστέρι», Αθήνα 2010).

Το «επαναστατικό» και το «ρεφορμιστικό»

Η θέση υπέρ της παραμονής στο ευρώ στην «αριστερή» της εκδοχή επιχειρηματολογεί υπέρ μιας κοινής πίεσης για μια Νέα Συνθήκη και μια Νέα Ευρωζώνη. Η θέση αυτή , ακόμη και όταν προβάλλεται ως υπερδιεθνιστική, έχει ένα σημαντικό μειονέκτημα. Προϋποθέτει συνομιλητή και κοινωνικό συμβόλαιο εντός της καπιταλιστικής κυριαρχίας –εκτός και αν εννοεί ότι η Νέα Ευρωζώνη θα αντιστοιχεί στις Σοσιαλιστικές Πολιτείες της Ευρώπης και στο κοινό σοσιαλιστικό νόμισμα. Με όρους σοβαρότητας, πιστεύουμε ότι δεν είναι αυτή η κυρίαρχη εκδοχή της συζήτησης. Η κυρίαρχη εκδοχή είναι η ώθηση προς ένα πιο φιλοκεϊνσιανό ευρωπαϊκό πλαίσιο (βλ. και Θ. Παρασκευόπουλο, στην «Εποχή» της 28/11/2010).
Μια νέα συμφωνία απαιτεί ενδιαφερόμενους παίκτες να αλλάξουν τους κανόνες του παιχνιδιού. Ο βασικός παίκτης, η Γερμανία, προσανατολίζεται σαφώς τόσο στην ένταση της νεοφιλελεύθερης επίθεσης κατά της εργασίας όσο και στην κατά το δυνατόν απεμπλοκή από υποχρεώσεις της και στυγνή πίεση πάνω στους πιο «αδύναμους» σχηματισμούς της ευρωζώνης. Πώς θα μπορούσαμε να τον πείσουμε να αλλάξει τους όρους της ευρωζώνης, όταν α) δεν ενδιαφέρεται και τόσο τραγικά για την πορεία της ευρωζώνης β) έχει ένα δυστυχώς αρκετά ισορροπημένο και πειθαρχημένο κοινωνικό τοπίο και γ) δεν θα μετείχε ούτως ή άλλως σε ένα αναθεωρημένο προς τα αριστερά Ευρωσύμφωνο;
Άρα, πού κατατείνει η πρόταση για μια νέα συμφωνία ευρωζώνης; Από τη μια πλευρά μάλλον κατατείνει στο κενό μέσα σε συνθήκες κατάρρευσης της ευρωζώνης.
Από την άλλη πλευρά καλλιεργεί όχι μια αναζωπύρωση των κοινωνικών αγώνων στην Ευρώπη, αλλά περισσότερο έναν «αττεντισμό» (όρος κριτικής του Όττο Μπάουερ για την πολιτική του Κάουτσκι πριν από το 1914), μια παθητική αναμονή εξελίξεων που θα έλθουν κυρίως από τα πάνω.

Το πλεονέκτημα των άμεσων και μεταβατικών πολιτικών αιτημάτων

Καμία ριζοσπαστική και πολύ περισσότερο επαναστατική ανατροπή δεν μπορεί να γίνει με απλή ιδεολογική παράθεση του επαναστατικού στόχου (ο οποίος πάντως είναι ο κομμουνισμός και όχι απλώς ο «σοσιαλισμός», δηλαδή η μετάβαση προς τον κομμουνισμό). Η σύνδεση των συγκεκριμένων αγώνων όχι μόνο με την άμυνα κατά του μνημονίου, αλλά και με επιθετικές πολιτικές, που, όμως, διαθέτουν το προσόν της σαφήνειας, της απτότητας και της αμεσότητας (όπως μπορεί να είναι μια αριστερή εκδοχή της «εξόδου από την ευρωζώνη») μπορεί να στρέψει τον διάχυτο πια στην Ελλάδα αντιμνημονιακό – αντιΕΕ λόγο και διάθεση, που εκφράσθηκε και με την ευρύτατη αποχή, προς μια αριστερή/ κινηματική κατεύθυνση και μάλιστα πιο συγκεκριμένη από τον στεγανό λόγο του «κόμματος-φρουρίου», του ΚΚΕ. Διαφορετικά, άλλες λύσεις συναινετικές ή και ακροδεξιές ακόμη καραδοκούν.
Ο κίνδυνος τελικά δεν είναι «ο σοσιαλισμός σε μια μόνη χώρα». Είναι η αποσύνδεση της «χώρας» (αυτής που μας ενδιαφέρει και όχι του συλλογικού κεφαλαιοκράτη ) από τη ριζοσπαστική/σοσιαλιστική προοπτική.

Σόρτλινκ: http://wp.me/pPn6Y-4NR