Φθινόπωρο 2010: Η ανατομία του μεγάλου κοινωνικού ξεσηκωμού στη Γαλλία

Posted on 10 Δεκεμβρίου, 2010 9:00 μμ από

0


[Αναδημοσίευση]


Δύο ερευνητές των πολιτικών επιστημών, η Sophie Beroud και ο Karel Yon, αναλύουν εν θερμώ τον μεγάλο κοινωνικό ξεσηκωμό στη Γαλλία πριν καλά καλά καταλαγιάσει (αρχές Νοεμβρίου). Περιγράφουν τα βασικά χαρακτηριστικά των κινητοποιήσεων αυτών, το πώς γεννήθηκαν μέσα από τη μεταμόρφωση του συνδικαλιστικού κινήματος και ταυτόχρονα καταδεικνύουν τα καίρια ερωτήματα που έθεσαν στην ημερήσια διάταξη οι μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις στη Γαλλία το περασμένο φθινόπωρο. Από το ContreTemps.

Μετάφραση από τα γαλλικά: Νάνσυ Θέου, Μ. Κοντ.

ContreTemps: Ο ξεσηκωμός αυτός ενάντια στη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά μεγάλων κοινωνικών συγκρούσεων…

–Η δύναμη της σύγκρουσης, το πολιτικό της περιεχόμενο και η δραματοποίηση της μαζικής αντίστασης στην εξουσία κατατάσσουν αυτόν τον ξεσηκωμό σε μία από τις πιο σημαντικές στιγμές της πάλης των τάξεων στη Γαλλία.
Έτσι, θα λέγαμε πως υπάρχει μία άμεση συγγένεια με τις κινητοποιήσεις του 1995 και του 2003. Τότε είδαμε εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους να κατεβαίνουν στους δρόμους, καθώς και πολλούς κλάδους ν’ απεργούν για τον ίδιο ακριβώς λόγο: την αντίθεσή τους στη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού με το ειδικό νομοσχέδιο του 1995, και με το γενικό νομοσχέδιο του 2003 αντίστοιχα. Το συνταξιοδοτικό πυροδοτεί πάντα μεγάλες κοινωνικές συγκρούσεις. Πρόκειται, στην πραγματικότητα, για ένα στοιχείο που διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο τόσο στη σταθεροποίηση των όρων της μισθωτής εργασίας, όσο και στην ισχυροποίηση της συμμετοχής των συνδικάτων στους θεσμούς της μισθωτής εργασίας.
Η διάρκεια, η ένταση των διαδηλώσεων και ο αποκλεισμός αρκετών τομέων της οικονομικής ζωής καθιστούν τον ξεσηκωμό αυτόν άμεσα συγκρίσιμο με παλαιότερες έντονες κοινωνικές συγκρούσεις. Φέρνει στο νου τις βίαιες διαδηλώσεις του 1995 και του 1986, τόσο στη δυναμική της εξάπλωσής του, όσο και στην απήχηση που είχε στην κοινωνία.
Η τωρινή κινητοποίηση ξεκίνησε από τους μισθωτούς κι εξαπλώθηκε στη νεολαία, κυρίως στους μαθητές και σε πολύ μικρότερο βαθμό στους φοιτητές. Ωστόσο, το 1986 και το 1995, η δυναμική ήταν αντίστροφη: οι κινητοποιήσεις των μαθητών και των φοιτητών προηγήθηκαν του ξεσηκωμού των μισθωτών. Την άνοιξη του 2006 ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας υποχώρησε κι απέσυρε το νομοσχέδιο σχετικά με τη Σύμβαση Πρώτης Απασχόλησης (CPE), υπό το φόβο της μαζικής εμπλοκής των εργαζομένων σε μία σύγκρουση που αφορούσε κυρίως τους φοιτητές και τον κόσμο της εκπαίδευσης. Ο ρόλος που διαδραμάτισε το ενιαίο μέτωπο των συνδικαλιστικών οργανώσεων ήταν καίριος, τόσο στην κινητοποίηση ενάντια στη Σύμβαση Πρώτης Απασχόλησης, όσο και σ’ εκείνη του 2009 ενάντια στην κρίση.
Τέλος, αν και ο πρόσφατος ξεσηκωμός πυροδοτήθηκε από την αντίθεση στη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση, ταυτόχρονα εξέφρασε τη γενικότερη απόρριψη μίας πολιτικής, αυτής του Σαρκοζί. Το πολιτικό περιεχόμενο των σημερινών κινητοποιήσεων είναι πολύ πιο σαφές και χειροπιαστό, ακόμη κι από εκείνο του 2003, όταν ο Ζ. Σιράκ εξελέγη λόγω της εναντίωσης της συντριπτικής πλειοψηφίας της γαλλικής κοινωνίας στον Ζ. Μ. Λεπέν.
Η σημερινή, όμως, πολιτική κρίση έχει πάρει αδιαμφισβήτητα μεγαλύτερες διαστάσεις, δικαιολογώντας τις σχετικές αναφορές στον Μάη του ’68. Η κρίση αυτή είναι αποτέλεσμα της απονομιμοποίησης της πολιτικής εξουσίας που ήρθε στην επιφάνεια με δύο κυρίως γεγονότα: την υπόθεση «Μπετανκούρ» και το πρόβλημα των Ρομά, ένα πρόβλημα κατασκευασμένο από την κυβέρνηση. Το δεύτερο ερμηνεύθηκε ως μία σκανδαλώδης προσπάθεια αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης από την υπόθεση Μπετανκούρ.
Επιπλέον, να επισημανθεί πως ο ξεσηκωμός εντάσσεται σε μία ευρύτερη αντίδραση, που ξεκίνησε την άνοιξη του 2009 με τις πολύ σημαντικές κινητοποιήσεις ενάντια στην κρίση. Όλα αυτά δημιούργησαν ένα βαθύ αίσθημα αδικίας. Έχει επικρατήσει πια  η εικόνα μίας εξουσίας που κυβερνά προς όφελος των επιχειρήσεων και η οποία ζητάει πάντα από τους ίδιους να θυσιαστούν. Εξάλλου, σ’ αυτή τη συγκυρία, οι αντιφάσεις της προσωπικότητας του Σαρκοζί αποκαλύφθηκαν: από τη μία εμφανίζεται να ρητορεύει ως υπερασπιστής της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών και από την άλλη ως ο «Πρόεδρος των πλουσίων», όπως λένε οι συγγραφείς Μισέλ και Μονίκ Πινσόν [στο ομώνυμο βιβλίο τους].

ContreTemps: Αυτή η κινητοποίηση φαίνεται να διαφέρει σημαντικά από τις προηγούμενες, κατ΄ αρχάς λόγω του δυναμισμού και της αντοχής που επέδειξε ο διακλαδικός συντονισμός των συνδικαλιστικών συνομοσπονδιών (Intersyndicale). Πώς σχολιάζετε τη συνδικαλιστική τακτική: η σημερινή κατάσταση είναι μια αυθόρμητη αντίδραση ενάντια στη στάση της κυβέρνησης ή το αποτέλεσμα της στοχευμένης προσπάθειας της ηγεσίας των συνδικάτων; Σε ποιο βαθμό οι αντιθέσεις στο εσωτερικό των συνδικαλιστικών οργανώσεων, και κυρίως της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών (CGT), ερμηνεύουν τη στάση που είχε η ηγεσία τους σ’ αυτές τις κινητοποιήσεις; Ποιες είναι οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει σήμερα αυτή η δομή της «διασυνδικαλιστικής» και ποιο ρόλο μπορεί να παίξει στο εξής;

–Η διασυνδικαλιστική για πρώτη φορά εμφανίστηκε στις κινητοποιήσεις κατά του νομοσχεδίου για τη Σύμβαση Πρώτης Απασχόλησης, νομιμοποιήθηκε, όμως, και με τις κινητοποιήσεις ενάντια στην κρίση. Πρόκειται για κάτι νέο στο τοπίο του γαλλικού συνδικαλισμού, το οποίο χαρακτηρίζεται από αντιπαλότητες και έριδες μεταξύ των οργανώσεων. Αυτές οι διαφορές από τη μια διατηρούν την πλουραλιστική δομή του συνδικαλιστικού κινήματος -συμπεριλαμβανομένων των συνιστωσών που συνήθως έμεναν στο περιθώριο-, ενώ ταυτόχρονα δίνουν νόημα στην προσπάθεια για την οικοδόμηση της συνοχής.

Πρέπει να επισημάνουμε πως η διασυνδικαλιστική δεν στιγματίστηκε από τη ρήξη μεταξύ των ομάδων της βάσης του συνδικαλιστικού κινήματος και των ομοσπονδιακών ή συνομοσπονδιακών ηγεσιών τους. Τουλάχιστον όχι μέχρι την πρόσφατη ψήφιση του νομοσχεδίου για το συνταξιοδοτικό. Αυτό συνέβη το 2009, όταν στη CGT και στη Solidaires γίνονταν έντονες συζητήσεις με θέμα το πλαίσιο της διασυνδικαλιστικής συνεργασίας, στο οποίο αποδόθηκε η λανθασμένη στρατηγική του κινήματος. Αντίθετα, φέτος δεν εκδηλώθηκαν ισχυρές αντιπαραθέσεις εντός των οργανώσεων, ούτε καν από τα πιο μαχητικά μέλη τους. Σ’ αυτό συνετέλεσαν η σταδιακή διαμόρφωση του κινήματος και η επιτυχία που γνώρισε με τη συνεχώς αυξανόμενη συμμετοχή του κόσμου. Βρισκόμαστε μακριά από εποχές, όπως αυτές του 1986. Τότε οι συμφωνίες ήταν απαραίτητη προϋπόθεση, προκειμένου οι πιο μαχητικοί να μπουν στον αγώνα.

Το γεγονός ότι το πλαίσιο της διακλαδικής συνεργασίας των συνδικάτων δεν καταπολεμήθηκε, δεν σημαίνει ότι δεν έγινε και αντικείμενο κριτικής. Αρχικά οι μέρες της δράσης φάνηκαν λίγες, δεν υπήρξε ποτέ ένα διαρκές και ανανεώσιμο κάλεσμα για απεργία και το αίτημα για έναρξη συνομιλιών με την κυβέρνηση δεν επέτρεψε να συμφωνηθεί μια σαφής απαίτηση για ανάκληση του νομοσχεδίου. Παρ’ όλα αυτά, η δυναμική που δημιουργήθηκε από τη διασυνδικαλιστική, καθώς και το γεγονός ότι τίποτα δε μπόρεσε να την αντικαταστήσει, ενίσχυσε τον κεντρικό ρόλο των συνδικάτων. Θα μπορούσε να είχε προκύψει ένα κίνημα πολιτών από τις επιτροπές αγώνα, όπως οι επιτροπές κατά του ευρωσυντάγματος, για παράδειγμα. Οι επιτροπές αγώνα, που κινήθηκαν με σύνθημα τη συνταξιοδότηση στα 60 και προετοίμασαν ιδεολογικά το έδαφος για το γενικευμένο ξέσπασμα, παραμερίστηκαν από την ορμητική εισβολή του συνδικαλιστικού κινήματος. Η αποδοχή του πλουραλισμού απόψεων μεταξύ των συνδικάτων, καθώς και η αποδοχή συγκεκριμένων επιλογών που έκαναν, από τη μία πλευρά η Solidaires [ριζοσπαστικά συνδικάτα] και η Force Ouvriere (FO), και από την άλλη η CGC (Γαλλική Συνομοσπονδία Στελεχών) και η UNSA (Εθνική Ομοσπονδία Ανεξάρτητων Συνδικάτων), προσέδωσε στη διακλαδική συνδικαλιστική δράση έντονα δημοκρατικό χαρακτήρα. Δεν πρόκειται για μία συγκεντρωτικού τύπου συνδικαλιστική οργάνωση, η οποία καταστέλλει τις διαφωνίες, αλλά για ένα πλαίσιο συνεργασίας το οποίο αντανακλά τον πλουραλισμό των επιλογών με τις οποίες βρίσκονται αντιμέτωποι οι μισθωτοί σε τοπικό επίπεδο.

Έτσι, η διασυνδικαλιστική προβλήθηκε σαν ένα χαλαρό πλαίσιο που δεν αποτρέπει άλλες πιο ριζοσπαστικές μορφές δράσης υπό τον όρο να είναι τοπικά αποφασισμένες. Αλλά αυτή η προσέγγιση δεν τη βοήθησε να εφαρμόσει πλήρως τις δικές της στρατηγικές. Αυτό το είδαμε στη στάση της, όταν βρέθηκε αντιμέτωπη με τη δυναμική της ριζοσπαστικοποίησης: με τις συνεχείς απεργίες σε συγκεκριμένους τομείς, τις κινήσεις αποκλεισμού μονάδων παραγωγής και τις συγκρούσεις στο περιθώριο των σχολικών κινητοποιήσεων. Αν και η κοινή ανακοίνωση της 21ης Οκτωβρίου επικαλούνταν την υπευθυνότητα του συνδικαλιστικού κινήματος, την υποστήριξη της κοινής γνώμης, καθώς και το «σεβασμό στα αγαθά και στα πρόσωπα», δεν παρείχε  ρητή υποστήριξη στις συνεχιζόμενες απεργίες, ωσάν οι τελευταίες να μην είχαν το δικαίωμα να υπάρχουν ως μορφές αντίδρασης.

Αν και η ενότητα διατηρήθηκε, τώρα που εισερχόμαστε σε μία φάση χαλάρωσης και ηρεμίας του κινήματος, σκιαγραφείται μία δυναμική διαφωνιών που θα μπορούσε να ξεδιπλωθεί όταν οι κινητοποιήσεις επαναληφθούν. Η σχέση ανάμεσα στις συνδικαλιστικές ομάδες και στους μισθωτούς που κινητοποιούνται σε τοπικό επίπεδο με τους εκπροσώπους των συνδικάτων σ’ εθνικό επίπεδο είναι ενδεικτική. Οι στόχοι που τίθενται σε εθνικό επίπεδο ελέγχονται από τους εσωτερικούς δημοκρατικούς μηχανισμούς της κάθε οργάνωσης. Από την άλλη, οι υπεύθυνοι της CGT επένδυσαν καθ’ όλη τη διάρκεια του ξεσηκωμού πολύ χρόνο στη δημιουργία “κοινών επιλογών” στους κόλπους της συνομοσπονδίας, κυρίως μέσω των συγκεντρώσεων των ομοσπονδιών, αλλά και μέσω των τοπικών ενώσεων ανά την επικράτεια.
Είναι ξεκάθαρο ότι με τη βοήθεια του πλαισίου της διακλαδικής συνεργασίας, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ήρθαν ξανά στο επίκεντρο των εξελίξεων. Δύο σημαντικά πράγματα μπορούν να εξηγήσουν το φαινόμενο αυτό: η αναδιάρθρωση της συνδικαλιστικής εκπροσώπησης που ξεκίνησε το 2008 και η αλλαγή στρατηγικής της CGT που άρχισε τη δεκαετία του ‘90.

Καθιστώντας τη συνδικαλιστική εκπροσώπηση δικαίωμα που κατακτάται με βάση τα αποτελέσματα των εκλογών μέσα στις επιχειρήσεις, η αναθεώρηση του 2008 κατέστησε περιττό το όριο που έφερνε σε αντιπαράθεση τις πέντε συνομοσπονδίες που απολαμβάνουν μιας «αδιάψευστης» αντιπροσώπευσης — CGT, CFDT, FO, CFTC, CGC– με τις άλλες οργανώσεις – UNSA, Solidaires, FSU (Ομοσπονδία εκπαιδευτικών). Το 2013 θα ξέρουμε ποιες οργανώσεις είναι αντιπροσωπευτικές σε εθνικό διακλαδικό επίπεδο. Εν αναμονή αυτού, δεν υπάρχει πια θέμα λίγο-πολύ πιο κλειστού ή πιο ανοιχτού παιχνιδιού. Αυτή η εξομάλυνση των συνθηκών της συνδικαλιστικής συνύπαρξης είχε, ήδη, εκδηλωθεί με την πρόσβαση της Solidaires σε επιχορηγήσεις, καθώς και σε συγκεκριμένες στιγμές του κοινωνικού διαλόγου, όπως σε κοινωνικά, οικονομικά η περιβαλλοντικά συμβούλια, σε τοπικό και εθνικό επίπεδο. «Ο βασιλιάς πέθανε, ζήτω ο βασιλιάς», και το 2009 κατέστη εφικτό να υπεισέλθουν στους κόλπους της διασυνδικαλιστικής οι συνδικαλιστικές οργανώσεις που μέχρι τότε δεν εκπροσωπούνταν. Σήμερα, ο διαχωρισμός δεν γίνεται μεταξύ των συνδικαλιστικών οργανώσεων που εκπροσωπούνται και αυτών που δεν εκπροσωπούνται, αλλά μεταξύ αυτών που κυριαρχούν και αυτών που κυριαρχούνται στο συνδικαλιστικό παιχνίδι. Η αλλαγή στη λογική της εκπροσώπησης ολοκληρώθηκε και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις αναζητούν περισσότερη ελευθερία, προκειμένου ν’ αποκτήσουν μια επιφανή θέση. Αυτό μπορούμε να το δούμε ειδικότερα με τη FΟ, της οποίας η θέση αποσταθεροποιήθηκε από αυτή την αλλαγή δομής — που έβαλε τέλος στην εικόνα των «τριών μεγάλων συνομοσπονδιών» — αλλά είχε τα μέσα να κρατήσει μία αυτόνομη θέση. Η Solidaires, ομοίως, μπόρεσε ν’ αποκτήσει περισσότερη ελευθερία αποφασίζοντας να συνυπογράφει τις διακηρύξεις της διακλαδικής συνεργασίας των συνδικαλιστικών οργανώσεων σε μία ad hoc βάση.
Βέβαια, η διασυνδικαλιστική συνεργασία υλοποιήθηκε εν μέρει, επειδή τα ίδια τα συνδικάτα το είχαν αποφασίσει. Η CFDT [Γαλλική Δημοκρατική Συνομοσπονδία Εργατών], μετά την τραυματική εμπειρία του 2003, είχε κάθε λόγο ν’ αποφεύγει τους μοναχικούς αγώνες. Αλλά, ήταν αδιαμφισβήτητα η CGT που έθετε πιο επιτακτικά την ανάγκη για ένα πλαίσιο ενότητας. Ουσιαστικά, το είχε αναγάγει σε συστατικό στοιχείο της ευρύτερης στρατηγικής της, αυτό που οι ηγέτες της είχαν ονομάσει «ενωμένο συνδικαλισμό», ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ‘90. Ήταν η επιλογή ενός ενωτικού πλαισίου χωρίς αποκλεισμένους, του οποίου ο ειδικός άξονας βασιζόταν στη σχέση της CGT με τον κύριο αντίπαλό της, τη CFDT . Αυτή η στρατηγική φαίνεται εδώ ν’ αποδίδει καρπούς, συνδυάζεται όμως με μια εύθραυστη ισορροπία αναπόφευκτα συνδεδεμένη με τη θέση της CFDT. Το στοίχημα που τέθηκε υπό την καθοδήγηση της CGT φαίνεται να κερδίζεται σε ορισμένα σημεία: στην υιοθέτηση μιας ανοιχτής θέσης, στην έκκληση για διαπραγμάτευση, στη μεταφορά της ευθύνης της ριζοσπαστικοποίησης των κινητοποιήσεων στην κυβέρνηση, στην εύνοια της κοινής γνώμης, στο ν’ επιτρέψει στις οργανώσεις των μισθωτών ν’ αποφασίσουν εκείνες για τους τρόπους με τους οποίους θα συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις και στο να υποστηρίξει τη διασυνδικαλιστική δράση, η οποία συμπεριλαμβάνει οργανώσεις όπως η CFDT, η CFTC, και η CFE- CGC [οι δύο τελευταίες: Γαλλική Συνομοσπονδία Χριστιανών Εργατών, Γαλλική Συνομοσπονδία Διοίκησης-Γενική Συνομοσπονδία Εκτελεστικών Στελεχών].
Αυτό το στοίχημα μοιάζει, επίσης, να μην ξεχνά τη μήτρα του συνδικαλισμού: ομάδες της CGT προχωρούν τώρα σ’ εντατικές διανομές φυλλαδίων σε διάφορους κλάδους του ιδιωτικού τομέα, καθώς και στη δημιουργία επαφών με ομάδες μισθωτών σε εταιρίες, στις οποίες δεν υπάρχουν συνδικάτα. Τα αποτελέσματα αυτής της προσπάθειας ευαισθητοποίησης είναι αδιαμφισβήτητα και εξάλλου φάνηκαν πολύ καλά όχι μόνο από τη συμμετοχή στις διαδηλώσεις, αλλά και από την ανανέωση των προσώπων στις πορείες. Επίσης, οι πορείες της Solidaires, ιδιαίτερα στο Παρίσι εντυπωσίασαν με την ικανότητά τους να προσελκύουν συμπαθούντες μισθωτούς που δεν ήταν απαραίτητα γραμμένοι σε κάποια συνδικαλιστική οργάνωση. Κάτι «ψήνεται»: χωρίς να μπορούμε να είμαστε σίγουροι αν αυτό που θα προκύψει θα ωφελήσει το συνδικαλισμό και τη δημιουργία ανθεκτικών συνδικαλιστικών βάσεων.
Αν η δύναμη του κινήματος έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης στην ηγεσία της CGT για τις επιλογές της – και εμπέδωσε χωρίς αμφιβολία την ηγεσία της σε έναν μεγάλο αριθμό μελών –, η ασάφεια αυτών των επιλογών παρέμεινε. Η ιδέα ότι πρέπει ν’ αποφασίζουν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, τηρώντας τις δημοκρατικές διαδικασίες, κρύβει, επίσης, μία μορφή συνδικαλιστικής τακτικής υποχώρησης: δεν θέλουν να είναι οι πιο μαχητικές ομάδες εκείνες που διευρύνουν το κίνημα κι αγγίζουν τους λοιπούς μισθωτούς. Έτσι, όμως, εγείρεται το ερώτημα από πού θα προέρχεται η αληθινή ισχύς των ξεσηκωμών. Είναι απόλυτα λογικό ν’ αναρωτηθεί κανείς τι θα ήταν το κίνημα χωρίς τον αποκλεισμό των διυλιστηρίων! Η ιδέα ότι τα συνδικάτα πρέπει να απευθύνονται κατά προτεραιότητα στην “κοινή γνώμη”, με τρόπο άκριτο ως προς αυτή την έννοια και ως προς τα όργανα σφυγμομέτρησης, αποτελεί μια παράδοξη εσωτερίκευση της δομικής αδυναμίας του γαλλικού συνδικαλισμού. Η κοινή γνώμη αντιμετωπίζεται συνήθως σαν ένα σύνολο που άγεται και φέρεται, γεγονός που οδηγεί στην απώθηση μιας ρητορικής που θα έπρεπε να βασίζεται σε μια ανάλυση με όρους κοινωνικών τάξεων. Έτσι θεωρείται αναγκαίο η εικόνα που έχει ο κόσμος για το συνδικαλισμό να γίνεται κατανοητή ως κρίσιμος στόχος, καθώς αυτή η καλή εικόνα -το συνδικάτο  νομιμοποιημένος και υπεύθυνος κοινωνικός εταίρος- τίθεται ως προϋπόθεση για να κερδηθούν μέλη. Όμως από την άλλη, αυτή η λογική οδηγεί στο να αποφεύγεται οποιαδήποτε  πολιτικοποιημένη προβολή, σύμφωνα με την οποία ένα ενεργητικό «εμείς» θα αντιπροσωπεύει τον κόσμο της μισθωτής εργασίας ο οποίος αντιτίθεται σε μια πολιτική που ευνοεί τις κυρίαρχες τάξεις.
Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα δύο παραπάνω σημεία, οι ηγεσίες των συνδικαλιστικών οργανώσεων φαίνεται να μην “έδρασαν επιπόλαια”. Το πλαίσιο της διακλαδικής συνεργασίας των συνδικαλιστικών οργανώσεων δεν επιβλήθηκε στις ηγεσίες τους από τη βάση, αλλά ήταν αυτές που το δημιούργησαν και το επέβαλαν σαν ένα θεμελιώδες προαπαιτούμενο για την επιτυχία όλων των κινητοποιήσεων. Η μαζική συμμετοχή των μισθωτών, που βασικά αντανακλά τη δύναμη της αμφισβήτησης της σημερινής κυβέρνησης και της πολιτικής του Ν. Σαρκοζί, στήριξε το πλαίσιο της διακλαδικής συνεργασίας και το βοήθησε να ξεπεράσει τις εσωτερικές εντάσεις και τη δομική αδυναμία του. Η αδυναμία αυτή είναι αποτέλεσμα των ριζικών αποκλίσεων που χαρακτηρίζουν το γαλλικό συνδικαλιστικό τοπίο, από τη Solidaires μέχρι τη CFE-CGC. Το αν η δυναμική αυτής της αμφισβήτησης της κυβέρνησης θα μπορούσε να οδηγήσει κάπου αλλού αποτελεί μία άλλη σοβαρή συζήτηση.

ContreTemps: Ένα άλλο εντυπωσιακό γεγονός είναι πως, σε αντίθεση με τις μεγάλες κινητοποιήσεις των δύο τελευταίων δεκαετιών, η λοκομοτίβα του κινήματος δεν είναι πια ο χώρος της εκπαίδευσης ούτε εκείνος των μεταφορών -μολονότι έγιναν σημαντικές απεργίες σε αυτούς τους τομείς-, αλλά ο ιδιωτικός τομέας με τους εργαζόμενους στα διυλιστήρια. Πώς ερμηνεύεται αυτό; Και γενικότερα, πώς αναλύετε, στο επίπεδο των εργασιακών χώρων, την ποικιλομόρφη δυναμική της τρέχουσας κινητοποίησης και τη διασύνδεση μεταξύ των αγώνων των εργαζομένων και εκείνων της νεολαίας;

–Εξαιτίας μιας σχετικά μικρότερης παρουσίας στις απεργίες των μισθωτών του δημοσίου τομέα, που όμως υπήρξαν η κινητήριος δύναμη στις πανεργατικές κινητοποιήσεις από το 1995 (δημόσιες μεταφορές, κρατική εκπαίδευση, αλλά επίσης ταχυδρομεία, ηλεκτρισμός), αυτό το κίνημα πήρε μάλλον τη μορφή μαζικών διαδηλώσεων με έντονη παρουσία των δημοσίων υπαλλήλων, αλλά και εργαζομένων από πολλές ιδιωτικές επιχειρήσεις, συνδυασμένων με απεργίες -μερικές φορές μειοψηφικές- σε διάφορους χώρους: τις σχολικές καντίνες, τις οδικές μεταφορές, την αποκομιδή απορριμμάτων, τις χρηματαποστολές και φυσικά τα διυλιστήρια…

Χρειάζεται παράλληλα να σκεφθούμε τις συνθήκες που εμπόδιζαν την κινητοποίηση σε τομείς που παραδοσιακά είναι οι πιο αγωνιστικοί και εκείνες που ευνόησαν την ανάδειξη νέων μετώπων κινητοποιήσεων. Τα εμπόδια στις κινητοποιήσεις των σιδηροδρομικών ή των εκπαιδευτικών μπορούμε να τα εντοπίσουμε με ευκολία στην αποτυχία των προηγούμενων κινητοποιήσεών τους! Από το 2003, αυτοί οι δυο τομείς αποτέλεσαν την αιχμή του δόρατος σε πολλούς αγώνες που γενικά κατέληξαν σε αποτυχία. Αυτή η κατάσταση ερμηνεύει παράλληλα και τη δυσκολία να κινητοποιηθούν μαζικά οι εργαζόμενοι σε αυτούς τους τομείς, αλλά και την επιμονή μιας ριζοσπαστικοποιημένης μειονότητας: τα χαμηλά ποσοστά των απεργών και την αντοχή τους. Γενικότερα, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο οικονομικός και συμβολικός αντίκτυπος της στάσης των αστικών και σιδηροδρομικών συγκοινωνιών μειώθηκε σημαντικά με το νόμο της 21ης Αυγούστου 2007 σχετικά με τις μίνιμουμ υπηρεσίες. Αν οι συνδικαλιστές καταφέρουν να παρακάμψουν, κυρίως με τις επαναλαμβανόμενες απεργίες, τους καινούριους περιορισμούς, που σχετίζονται με την υποχρέωση συνέχειας στις δημόσιες υπηρεσίες και με την υποχρέωση της δήλωσης συμμετοχής σε απεργία 48 ώρες νωρίτερα, αυτές οι προϋποθέσεις δεν θα μπορούν παρά να έχουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα ως προς τα επιπλέον εμπόδια στη συλλογική δράση.
Από αυτή την άποψη, ήταν έκπληξη να δούμε τους εργαζόμενους στα διυλιστήρια -και σε μικρότερο βαθμό στις οδικές μεταφορές- να παίρνουν τη σκυτάλη από τους σιδηροδρομικούς και τους οδηγούς λεωφορείων. Αν και η κορύφωση της κινητοποίησης ήταν φέτος, γεγονός σπάνιο, στον ιδιωτικό τομέα, πρόκειται παρ΄ όλ΄ αυτά για έναν τομέα όπου οι συνθήκες εργασίας και οι απολαβές προσεγγίζουν εκείνες των δημοσίων επιχειρήσεων. Εξάλλου, ο ρόλος που έπαιξαν τα διυλιστήρια σαφώς είναι συνδεδεμένος με δυναμικές και εξελίξεις που διαδραματίζονται σε αυτό τον τομέα, όπου επικρέμαται η απειλή της αποβιομηχάνισης και επιπλέον της μετατόπισης της διύλισης σε περιοχές πλησιέστερες στους χώρους εξόρυξης του πετρελαίου. Ο αγώνας να διατηρηθεί το διυλιστήριο της Total στη Δουγκέρκη, κατά το πρώτο εξάμηνο του 2010, λειτούργησε σαν «πρόβα» που έδωσε στους εργαζόμενους τη δυνατότητα να συνειδητοποιήσουν την αποτελεσματικότητα κάποιων δράσεων. Και αναμφίβολα πρέπει να λάβουμε υπόψη την εσωτερική προβληματική της CGT, της ομοσπονδίας της στη χημική βιομηχανία, που ήταν από αυτές που επικρίθηκαν για τη γραμμή του «ενωμένου συνδικαλισμού».
Ομοίως, πρέπει να σημειωθεί η γεωγραφική συγκέντρωση των κινητοποιήσεων, όπως αναδεικνύεται από την περίπτωση του κινήματος στη Μασσαλία και στη Bouches du Rhône. Το γεγονός ότι σημειώθηκαν κυλιόμενες απεργίες στα Monoprix δεν μπορεί να γίνει κατανοητό χωρίς αναφορά στη σημαντική και συστηματική συμμετοχή από πλευράς ιδιωτικών υπαλλήλων στη Μασσαλία, κατά τις κινητοποιήσεις του 2003, του 2006 ή του 2009. Το φαινόμενο της Μασσαλίας παραπέμπει ταυτόχρονα στην κατάσταση της απασχόλησης, στην τοπική κοινωνική ιστορία και στην αγωνιστική δραστηριότητα που λαμβάνει χώρα εδώ και χρόνια στους κόλπους των ανέργων και των επισφαλώς εργαζομένων.
Σε ένα άρθρο που είχαμε παλαιότερα δημοσιεύσει στο ContreTemps, με την ευκαιρία των κινητοποιήσεων της άνοιξης του 2009 ενάντια στην κρίση, ένας σχολιαστής εισήγαγε μια υπόθεση. Σύμφωνα με αυτή, οι κινητοποιήσεις ενάντια στην κρίση αποτέλεσαν ένα ορόσημο για τις μορφές πάλης. Έτσι, θα περάσουμε από τις κινητοποιήσεις των οποίων ηγούνται οι παραδοσιακά αγωνιζόμενοι τομείς (συχνά ο δημόσιος τομέας) σε μορφές κινητοποιήσεων πιο ετερογενείς, περισσότερο οριοθετημένες γεωγραφικά, που εμπλέκουν περισσότερο τον ιδιωτικό τομέα… που σίγουρα δεν επιτρέπουν τη θεώρηση της δυναμικής της κινητοποίησης ως το αποτέλεσμα της δράσης ενός επαγγελματικού τομέα που τοποθετείται στην πρωτοπορία. Αυτή η αντίληψη είναι εύστοχη, στο πλαίσιο μια στρατηγικής λογικής προσανατολισμένης στο στόχο του «όλοι μαζί». Παραπέμπει σε μια ισορροπία που εξελίσσεται μεταξύ ιδιωτικού και δημοσίου τομέα: η ισχύς του δημοσίου περιορίζεται, νέες δυνάμεις εμφανίζονται στον ιδιωτικό, ενίοτε προερχόμενες από τον δημόσιο, και η επισφάλεια διαχέεται παντού. Βασίζεται στην ανανέωση της μισθωτής εργασίας και στις πολιτικές των διοικήσεων των επιχειρήσεων που υποσκάπτουν αγωνιστικές και επαγγελματικές κουλτούρες που συχνά επικαλύπτονταν. Αυτή η αντίληψη προκαλεί λοιπόν να αναθεωρήσουμε τις δυναμικές της κινητοποίησης, και ιδιαίτερα να ξεπεράσουμε την αντίθεση μεταξύ υποστηρικτών της γενικής απεργίας και των υποστηρικτών της πορείας του Σαββάτου, για να εξετάσουμε την πιθανότητα συνδυασμού και διασύνδεσης αυτών των μορφών δράσης, σε μια προσπάθεια η αυξανόμενη ετερογένεια του εργατικού δυναμικού να μετατραπεί από εμπόδιο σε ατού. Η πραγματικότητα του συνδικαλιστικού κινήματος σήμερα χαρακτηρίζεται από την απουσία μιας τέτοιας στρατηγικής. Αν δεχθούμε πως μόνο μια δυναμική γενίκευσης του κινήματος, πραγματικού μπλοκαρίσματος της οικονομίας, θα επέτρεπε να καμφθεί η κυβέρνηση, μια μεγάλη πλειοψηφία των συνδικαλιστών σήμερα ξεκινούν με το αξίωμα πως είτε μια τέτοια δυναμική είναι αδύνατη, είτε πως δεν είναι επιθυμητή.

ContreTemps: Αυτό το κίνημα προωθεί την εμφάνιση ενός φαινομένου που συχνά θεωρείται παράδοξο: από τη μια έχουμε πολύ ισχυρή κινητοποίηση, με βάση τη συμμετοχή στις πορείες και τη δημοτικότητα που πιστοποιούν οι δημοσκοπήσεις, λαμβάνοντας υπόψη και τη σκλήρυνση της στάσης των συμμετεχόντων · από την άλλη ανανεώσιμες απεργίες, οι οποίες  στην πραγματικότητα δεν μεθοδεύτηκαν. Αυτό το φαινόμενο είχε επισημανθεί ήδη και το 1995 με την ιδέα της «απεργίας με εξουσιοδότηση», αυτή η λογική είναι σαφής, όταν οι εργαζόμενοι στα διυλιστήρια ανακοινώνουν: «Μπλοκάρουμε αυτούς που δεν μπορούν να απεργήσουν». Αυτή τη φορά, όμως, ο πολλαπλασιασμός των μπλόκων (δρόμοι, ροή καυσίμων, χωματερές) που πραγματοποιήθηκαν από διεπαγγελματικές συλλογικότητες μοιάζει να σκιαγραφεί ένα καινούριο μοντέλο: απεργούμε αν μπορούμε, κανονίζουμε να συμμετέχουμε στις διαδηλώσεις, αλλά πάντως η συμμετοχή στο κίνημα πρέπει να συνεπάγεται συγκεκριμένα οικονομικά αποτελέσματα. Μια τέτοια λογική υπογραμμίζει τον καίριο ρόλο των αποκλεισμών των οδικών αρτηριών από τους Αργεντίνους «πικετέρος» το 2002-2003, ή ακόμα περισσότερο τον κύκλο των κινητοποιήσεων κατά το πρώτο εξάμηνο του 2000 που προηγήθηκε της ανόδου στην εξουσία του MAS του Μοράλες στη Βολιβία. Με δυο λόγια, ο μειωμένος αριθμός εργαζομένων στο χώρο εργασίας τους θα δυσκόλευε τη γενίκευση της απεργίας, αλλά από την άλλη, θα μπορούσε να δώσει χώρο σε μεγαλύτερη ποικιλία εκδήλωσης συγκρούσεων που δεν αποκλείει μια διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης. Τι πιστεύετε για μια τέτοια ανάγνωση; Κι αν την ακολουθήσουμε, σε ποιο βαθμό μπορούμε να θεωρήσουμε ότι μια τέτοια κινητοποίηση θα σηματοδοτούσε για τη Γαλλία, ένα νέο μοντέλο κοινωνικής σύγκρουσης μεγάλης κλίμακας;

–Η άνοιξη του 2003 χαρακτηρίστηκε από απόπειρες, κυρίως των εκπαιδευτικών, να προσεγγίσουν με τον αγώνα τους τον ιδιωτικό τομέα. Η Σύμβαση Πρώτης Απασχόλησης, το 2006, σηματοδότησε ακόμα πιο καθαρά αυτή τη διάθεση σύνδεσης του κόσμου της εκπαίδευσης, με την ευρύτερη έννοια, με τον «κόσμο της εργασίας» (εννοείται πως και η εκπαίδευση είναι μέρος του «κόσμου της εργασίας»), μέσω της οργάνωσης διατομεακών γενικών συνελεύσεων, αλλά και μέσω πολλών βίαιων δράσεων («δράσεων-γροθιά»), που ταυτόχρονα είχαν στόχο να ταρακουνήσουν την κοινή γνώμη και να εμποδίσουν τη φυσιολογική λειτουργία της οικονομίας. Ξαναβρίσκουμε σήμερα αυτές τις μορφές, και είναι ενδιαφέρον να δούμε ότι η λογική αυτών των βίαιων δράσεων, των μπλόκων, που αρχικά αφορούσε κυρίως τις πιο ριζοσπαστικές μερίδες, σήμερα επιλέγεται ευρύτατα στο εσωτερικό των συνδικάτων. Η διάδοση αυτών των πρακτικών, επειδή δεσμεύει διάφορους παράγοντες, αποτελεί μέρος της ανασύνθεσης της συλλογικής ταυτότητας, της οποίας ένα άλλο σύμπτωμα είναι οι «απεργίες με εξουσιοδότηση». Αυτό το φαινόμενο ήταν πολύ εμφανές κατά τη διάρκεια του κινήματος, με την πληθώρα κινήσεων αυθόρμητης στήριξης υπέρ των απεργών, τον πολλαπλασιασμό των ταμείων στήριξης των απεργιών και των δράσεων αλληλεγγύης από κατοίκους, πολίτες, εκπαιδευτικούς. Ορισμένα ΜΜΕ, όπως το Mediapart, διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στο χτίσιμο του κινήματος αλληλεγγύης. Οι διαδηλώσεις, αν και οργανωμένες από τα συνδικάτα, είχαν πολυποίκιλη σύνθεση. Η ευθυγράμμιση ιδιωτικού και δημοσίου τομέα έσβησε το παθητικό του 1993. Το κίνημα κατά της Σύμβασης Πρώτης Απασχόλησης ανέδειξε την -από τότε και μετά- έντονη συνύφανση ανάμεσα στον κόσμο της εργασίας και του σχολείου. Το κίνημα ανέπτυξε  συνείδηση της ίδιας του της νομιμοποίησης που του επέτρεψε να μην πέσει στην παγίδα του στιγματισμού «αυτών που τα σπάνε». Όλα αυτά τα στοιχεία συμβάλλουν στη συγκρότηση μιας κοινής ταυτότητας.
Όμως , κατά την άποψή μας, είναι λάθος να επιμένουμε πολύ στο καινούργιο μοντέλο κινητοποίησης που στην πράξη σημαίνει ότι τα παλιά ξεπεράστηκαν. Είναι μεγάλο ρίσκο  να μεγαλοποιούμε τις τυπικές αναλογίες με τη Λατινική Αμερική, όπου οι κοινωνικές δομές είναι πολύ διαφορετικές. Για παράδειγμα, το φαινόμενο των Αργεντίνων πικετοφόρων [οργανώσεις και κινήματα εργαζομένων που έμεναν άνεργοι ή περνούσαν στην υποαπασχόληση λόγω των ιδιωτικοποιήσεων και της αποβιομηχάνισης που αποδιάρθρωναν ολόκληρες περιοχές και οι οποίοι διαμαρτύρονταν αποκλείοντας κεντρικούς δρόμους] , ο χαρακτήρας του ως κινήματος των στερημένων απασχόλησης, οι τοπικές του διαστάσεις αντανακλούν μια διάλυση του κράτους πρόνοιας και της μισθωτής εργασίας που δεν έχει κοινό μέτρο με αυτό που είναι γνωστό ως “παλιά Ευρώπη”. Επιπλέον, η “παλιά” βιομηχανική αντιπαλότητα, που βασίζεται στην απεργία και στην εταιρία ως πεδίο μάχης, παραμένει κεντρικό ζήτημα. Οι πιο πρόσφατες εξελίξεις του κινήματος  εξηγούν άριστα αυτό το ζήτημα: όταν οι εργαζόμενοι στα διυλιστήρια επέστρεψαν στη δουλειά, αυτό θεωρήθηκε ως το τέλος της κινητοποίησης. Η απεργία παραμένει, λοιπόν, κεντρικό στοιχείο της δράσης που ορίζεται από τη χρονική διάρκεια και η επιλογή των μπλόκων  “από τα έξω”  συχνά είναι σημάδι ότι δεν υπάρχουν αρκετές δυνατότητες να ασκηθεί επιρροή μέσα στην επιχείρηση.
Ίσως είναι πιο ορθό, αντί για μοντέλα κινητοποίησης, να κατανοήσουμε αυτά τα φαινόμενα με την πιο ευέλικτη έννοια “των ρεπερτορίων συλλογικής δράσης”. Υπάρχουν τελείως νέες μορφές κινητοποίησης που σχετίζονται με τους μετασχηματισμούς του καπιταλισμού και της οργάνωσης της εργασίας. Σε έναν κόσμο μισθωτής εργασίας σε μεγάλο βαθμό κατακερματισμένο, όπου η συλλογική εργασία είναι λιγότερο ενοποιημένη τώρα μέσω της χωρικής συγκέντρωσης, όπως διαμορφώνεται από μια σειρά ροών –εργαζόμενων, προϊόντων, επικοινωνιών–, το μπλοκάρισμα των αποθεμάτων των προϊόντων , των βιομηχανικών κόμβων ή των διαύλων εμπορίου αποτελεί ένα μέσο για τους εργαζόμενους και πραγματικά επηρεάζει τη λειτουργία της οικονομίας. Αναμφίβολα, το ρεπερτόριο των δράσεων εμπλουτίζεται επειδή οι επιδόσεις της συλλογικής δράσης προσαρμόζονται στους τρόπους κυριαρχίας. Όμως πίσω από την εικόνα του καπιταλισμού υπό μορφή δικτύου, βλέπουμε μέσα στις επιχειρήσεις φαινόμενα οικονομικής συγκεντροποίησης (δημιουργία όλο και μεγαλύτερων ομίλων) και επανασυγκέντρωσης της στρατηγικής ισχύος – αυτό που ο N. Lichtenstein περιγράφει μέσω του διευθυντικού μοντέλου της Wal-Mart. Αν και οι εταιρίες αλληλεξαρτώνται όλο και περισσότερο, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι αυτή η αλληλεξάρτηση θα καταλήξει σε εξασθένηση της ισχύος.
Επιπλέον, αναδεικνύεται ένας σοβαρός κίνδυνος, που είναι ιδιαίτερα ορατός στα ακαδημαϊκά κινήματα, όπως αυτό για τη Σύμβαση Πρώτης Απασχόλησης στο νόμο για τα πανεπιστήμια: η πρακτική των μπλοκαρισμάτων και της διαφυγής από το χώρο εργασίας (ή το σχολείο) μπορεί να οδηγήσει σε μια φυγή προς τα εμπρός , να διευρύνει το χάσμα ανάμεσα στους πιο ριζοσπαστικούς τομείς και σε όσους κινητοποιούνται σε μικρότερο βαθμό, που είναι και οι πολυπληθέστεροι.
Τέλος, εάν πρέπει να δώσουμε έμφαση στις νέες εξελίξεις θα έπρεπε να αναφερθούμε σε άλλα στοιχεία, όπως η χρήση του δικαιώματος της ψήφου: η συλλογική κινητοποίηση και οι απεργίες, μερικές φορές, στηρίχθηκαν στην έλξη που ασκεί η προσφυγή στις κάλπες ως μια εγγύηση δημοκρατικής λογοδοσίας. Αυτό φανερώνει ενδιαφέρουσες διακυμάνσεις στο εργατικό κίνημα , σχετικά με τις ιδέες και τις νομιμοποιημένες πρακτικές της εργατικής δημοκρατίας. Όταν οι οργανώσεις της CGT προτείνουν μυστική ψηφοφορία, αυτό απέχει πολύ από ένα στοιχείο (ανάταση χειρός αυτών που συμμετέχουν σ΄ έναν αγώνα) που επί πολύ καιρό εκλαμβανόταν ως βασικό χαρακτηριστικό: ήταν επίσης ζήτημα αρχής όταν αποσχίστηκε η FΟ στη διάρκεια των εξεγερτικών απεργιών του 1947! Στην πραγματικότητα, από μακρού η χρήση της μυστικής ψηφοφορίας αποκηρυσσόταν ως ένας ελιγμός υποβάθμισης της κινητοποίησης, διάλυσης της συλλογικής δράσης προς όφελος της ορθολογικής ατομικής απόφασης.

Αλλά αυτές οι εξελίξεις παραπέμπουν επίσης στον τρόπο με τον οποίο οι δημοκρατικές πρακτικές επενδύονται και υλοποιούνται από άτομα που δεν έχουν πλέον κοινή πολιτική κοινωνικότητα. Οι φοιτητικές συνελεύσεις κατά τη διάρκεια του (κινήματος για τη ) Σύμβαση Πρώτης Απασχόλησης αποτέλεσαν το πεδίο έντονων συζητήσεων, κυρίως σε ό,τι αφορά την οργάνωση ψηφοφορίας, τις συνθήκες νομιμοποίησης των ίδιων σε σχέση με τα μπλόκα. Από μια άλλη οπτική, η διοργάνωση «δημοψηφίσματος πολιτών» για το μέλλον των Ταχυδρομείων ή η διατύπωση αιτήματος για δημοψήφισμα για το μέλλον της Γαλλικής Εταιρίας Ηλεκτρισμού (EDF) αντιμετωπίζονται σαν μέσα για τη επέκταση της κινητοποίησης πέραν των εργαζομένων σε αυτές τις υπηρεσίες, για την εμπλοκή του πληθυσμού με βάση την ιδιότητά του ως χρήστη. Τέτοιες πρωτοβουλίες αναδεικνύουν τη σύνθεση ενός καταλόγου δράσεων που κινητοποιεί όσους είναι εγγεγραμμένοι στις λίστες των παραδοσιακών συνδικάτων, ενώ παράλληλα εμπνέουν άλλα κινήματα (μπορούμε να αναφέρουμε το φεμινιστικό ή την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των μεταναστών, για την αξιοποίηση της κάλπης και τα «δημοψηφίσματα πολιτών»).

ContreTemps: Αυτό το κίνημα είναι εναντίον της αναδιάρθρωσης του συστήματος συνταξιοδότησης. Είναι, όμως, αναμφίβολα, κάτι παραπάνω: το ζήτημα των συντάξεων μοιάζει να έγινε αντιληπτό σαν ένα casus belli για να απορριφθεί ευρύτερα αυτή η εξουσία και αυτή η πολιτική. Πώς αντιλαμβάνεστε αυτή τη συστημική διάσταση του κινήματος και ποιες είναι οι συνέπειές της, δεδομένου ότι η νίκη δεν μπορεί παρά να είναι πολιτική;

–Μπορούμε να απαριθμήσουμε, όχι απαραίτητα με συγκεκριμένη σειρά, ορισμένα σημεία, εν μέρει αλληλοκαλυπτόμενα, που επιτρέπουν να κάνουμε ορισμένες σκέψεις πάνω σε αυτή την πολιτική διάσταση:

1. Η αναμφίβολα κεντρική θέση των συνδικαλιστικών οργανώσεων που συμβαδίζει με την αδύναμη εμφάνιση των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα δήλωσε την αντίθεσή του στην αναθεώρηση της κυβέρνησης Φιγιόν, αλλά συμμερίζεται τις φιλελεύθερες οικονομικές απόψεις της. Από την άλλη, στην Αριστερά, οι διάφορες οργανώσεις προέκριναν την δική τους παρουσία στο κίνημα εις βάρος της κοινής πολιτικής παρέμβασης: είμαστε μακριά από τον ευέλικτο συντονισμό για τον οποίο μιλάμε με τη διασυνδικαλιστική (χωρίς να την εξιδανικεύουμε κιόλας!). Κυριαρχεί η διαίρεση, με τέτοιο τρόπο ώστε τα κόμματα να μην είναι σε θέση να αποτελέσουν τον καταλύτη της αγανάκτησης που ξεπερνά την υπόθεση των συντάξεων, που παραπέμπει στην αίσθηση της ανηθικότητας και της απονομιμοποίησης της εξουσίας, της βίας και της αδικίας της πολιτικής της.

2. Όμως, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις δεν παίζουν περισσότερο αυτό το ρόλο, γιατί δεν επιθυμούν (οι περισσότερες) να τον αναλάβουν. Ήδη από το 2009, ο Μπερνάρ Τιμπό (γ.γ. της CGT) επέμενε στο γεγονός ότι η μητρόπολη δεν ήταν  Γουαδελούπη, και ότι μια στρατηγική του τύπου που ακολούθησε το LKP (Συλλογικός Αγώνας Εναντίον της Εκμετάλλευσης – συνασπισμός των συνδικάτων της Γουαδελούπης) θα ήταν λάθος. Όντως, είναι προφανές πως η θεσμοποίηση του συνδικαλιστικού χώρου στη Γαλλία μεταφράζεται, ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι πρωταγωνιστές συλλαμβάνουν τη δυνατότητα δράσης και τη νομιμοποίησή τους, με την αποδοχή μιας έντονης στεγανοποίησης στη συλλογική σφαίρα, συνδικαλιστική και πολιτική. Η επιχειρηματολογία που προωθούν οι κυρίαρχες οργανώσεις στο συνδικαλιστικό πεδίο είναι εκείνη του κοινωνικού διαλόγου. Δεν οραματίζονται τη δημιουργία ενός ευρέος κοινωνικο-πολιτισμικού μετώπου, επιτρέποντας τη μεγαλύτερη δυνατή αμφισβήτηση της εξουσίας, γιατί θεωρούν πως δεν είναι αυτός ο ρόλος τους.

3. Από αυτή την άποψη, η υπόθεση των συντάξεων αποκαλύπτει το μύθο γύρω από τον οποίο αρθρώνονται οι ρητορικές για τον κοινωνικό διάλογο, για την κοινωνική δημοκρατία που θα μπορούσε να ανθίσει με τους δικούς της κανόνες και τη δική της χρονικότητα, πέρα από την πολιτική δημοκρατία. Η ιδέα της εθελούσιας υποταγής των συνδικαλιστικών παραγόντων στην πολιτική εξουσία απέδειξε τις πρακτικές συνέπειες: μια κυβέρνηση που ξεχνά κάθε απαραίτητη διαδικασία διαπραγματεύσεων, όταν εξαγγέλλει κατεπείγουσες αναθεωρήσεις. Εν τέλει, κανένας υπεύθυνος συνδικαλιστής δεν θα αποδεχθεί να αυτοαφοπλιστεί, ξεκινώντας από το αξίωμα ότι, εφόσον ο νόμος ψηφιστεί, η άρνηση/αμφισβήτηση θα έπρεπε να εγκαταλείψει το πεδίο του δρόμου. Μόνο μια μειοψηφία οργανώσεων διατήρησε τη ρητορική αυτή (UNSA, CFE-CGC), παραμένοντας όμως εντός του πλαισίου της διασυνδικαλιστικής.

4. Αν οι συνδικαλιστικές οργανώσεις αποδέχονται σήμερα ένα μέρος της πολιτικής ευθύνης, αυτή μετατοπίζεται συνήθως στο πεδίο της εμπειρογνωμοσύνης. Στόχος είναι να πείσουν για την αξιοπιστία των προτάσεών τους, επιχειρηματολογώντας πάνω στα εσωτερικά σημεία του αναδιαρθρωτικού νομοσχεδίου, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της CFDT, ή προτείνοντας, όπως κάνουν η CGT, η FSU και η Solidaires ένα άλλο νομοσχέδιο, σε συνεργασία με οικονομολόγους ή οργανώσεις όπως η ATTAC. Πρόκειται φυσικά για μια πολύτιμη δουλειά στο μέτρο που εξοπλίζει τον συνδικαλισμό, του επιτρέπει σε κάποιο βαθμό να ακουστεί στα ΜΜΕ και χτίζει δεσμούς με άλλους τομείς. Αλλά για να μη χάσει αυτός ο τεχνικός ρεαλισμός τους στρατηγικούς στόχους του, χρειάζεται μια «θερμή» σκέψη, αξίες, την πρακτική επιβεβαίωση της θεώρησης που θα υπηρετούσε ένα πραγματικό σχέδιο διατήρησης του διανεμητικού συστήματος συντάξεων.

5. Όπερ μας οδηγεί σε μια τελευταία σκέψη: τα πιο σπουδαία σχέδια στον κόσμο δεν έχουν καμία απήχηση, αν δεν υποστηρίζονται από το λαϊκό ενθουσιασμό. Το κίνημα μπορεί να είναι η αφορμή για τους συνδικαλιστές να συνειδητοποιήσουν την ευθύνη που τους αναλογεί και που παραπέμπει στις μεγαλύτερες στιγμές του εργατικού κινήματος -τότε που οι προτάσεις των συνδικαλιστικών οργανώσεων τροφοδοτούσαν την πολιτική συζήτηση, από το σχεδιασμό της CGT της δεκαετίας του ΄30 ως τις εθνικοποιήσεις και την κοινωνική ασφάλιση της περιόδου της απελευθέρωσης και ως τον αυτοδιαχειριζόμενο σοσιαλισμό της δεκαετίας του ΄70. Μολονότι η Αριστερά είναι άτονη και διχασμένη, θα ήταν δυνατόν σημαντικά τμήματα του συνδικαλιστικού κινήματος να παίξουν το ρόλο του καταλύτη στην επεξεργασία μιας ρεαλιστικής ατζέντας για τον κοινωνικό μετασχηματισμό. Μια επεξεργασία που δεν προκύπτει από την «ακρόαση» των συνδικαλιστικών οργανώσεων από τους πολιτικούς διαχειριστές, αλλά από την αυτόνομη δυναμική που επιτρέπει στους εργαζόμενους συνδικαλιστές να οικοδομήσουν στέρεους δεσμούς μεταξύ τους και με όλους εκείνους τους πολίτες, συλλόγους, κοινωνικά κινήματα που συνέβαλαν στην τροφοδότηση της αμφισβήτησης κατά τις τελευταίες εβδομάδες.

Μια τέτοια διαδικασία προϋποθέτει να τεθούν σε ισχύ ad hoc δομές, γιατί προφανώς το πλαίσιο της διασυνδικαλιστικής, της οποίας δεν αμφισβητείται το ενδιαφέρον, εξυπηρετεί μια άλλη λειτουργία. Ανάμεσα στη  διασυνδικαλιστική που εξαρτάται από την εξεύρεση ομοφωνίας και τον πόλεμο όλων με όλους που διεξάγουν οι αντιμαχόμενες οργανώσεις επιδιώκοντας την αντιπροσώπευσή τους στις επιχειρήσεις, υπάρχει ένας ενδιάμεσος χώρος που μένει να καταληφθεί, εκείνος της συνεργασίας για την επεξεργασία μιας στρατηγικής.

Αναδημοσιεύει από το Αριστερό Βήμα
η Jaquou Utopie