Αποδέσμευση απ’ την ΕΕ με Λαϊκή Εξουσία

Posted on 22 Νοεμβρίου, 2010 3:51 μμ από

78


Του Μάκη Παπαδόπουλου

[Αναδημοσίευση]

Οι πρόσφατες προτάσεις των κυβερνήσεων της Γερμανίας και της Γαλλίας για τη συγκρότηση ενός μόνιμου μηχανισμού στήριξης υπερχρεωμένων κρατών – μελών της ΕΕ στάθηκε η αφορμή για να έρθει στο φως της δημοσιότητας η οξυμένη διαπάλη για το μέλλον της Ευρωζώνης, τόσο μεταξύ ιμπεριαλιστικών δυνάμεων όσο και τμημάτων του μεγάλου κεφαλαίου. Διαπάλη που φυσικά δεν αναιρεί τη στρατηγική συμφωνία των μονοπωλίων για επίθεση διαρκείας προς την εργατική τάξη και το λαό, για διασφάλιση φθηνότερης εργατικής δύναμης.

Οι γερμανικές προτάσεις αποτελούν συνέχεια προηγούμενων προτάσεων που συνυπέγραψαν όλες οι κυβερνήσεις των κρατών – μελών της ΕΕ και προβλέπουν ενίσχυση των μηχανισμών ελέγχου και των ποινών για τα κράτη τα οποία παραβιάζουν τους όρους του Συμφώνου Σταθερότητας και υστερούν σε ανταγωνιστικότητα. Τώρα η γερμανική κυβέρνηση προτείνει τη συμμετοχή ιδιωτικών τραπεζικών ομίλων στο μόνιμο μηχανισμό διάσωσης – δανειοδότησης των υπερχρεωμένων κρατών και την υιοθέτηση κανόνων για τη μεθόδευση ελεγχόμενης χρεοκοπίας κάποιας χώρας.

Οι συγκεκριμένες προτάσεις εστιάζουν στο ζήτημα της κρατικής υπερχρέωσης συγκαλύπτοντας συνειδητά τις αιτίες διόγκωσής της. Η τάση διόγκωσης του δημόσιου χρέους στις καπιταλιστικές χώρες σχετίζεται άμεσα με την εκδήλωση και το βάθος της καπιταλιστικής κρίσης. Το ίδιο το ΔΝΤ σε έκθεσή του αναφέρει ότι «το δημόσιο χρέος των ανεπτυγμένων οικονομιών από 75% πριν την κρίση αναμένεται να φθάσει στο 110% το 2014». Επισημαίνει μάλιστα ότι το μεγαλύτερο μέρος αυτής της αύξησης οφείλεται στη μείωση των κρατικών εσόδων λόγω της κρίσης και στα κρατικά πακέτα διάσωσης του χρηματοπιστωτικού τομέα.

Η αυξανόμενη δυσκολία της αστικής πολιτικής να διαχειριστεί την κρίση γίνεται όλο και πιο ορατή. Ολες οι βασικές εκδοχές της αστικής διαχείρισης αναδεικνύουν σήμερα τον αντιλαϊκό χαρακτήρα της, τις αντιφάσεις και τα αδιέξοδά της.

Η επεκτατική πολιτική (με τα μεγάλα κρατικά πακέτα ενίσχυσης των μονοπωλιακών ομίλων) οδηγεί τελικά σε διόγκωση του δημόσιου χρέους και εμποδίζει την απαραίτητη απαξίωση κεφαλαίου, τη χρεοκοπία ζημιογόνων ομίλων ώστε να δοθεί πραγματική ώθηση στην καπιταλιστική ανάπτυξη. Η περιοριστική πολιτική της μείωσης των κρατικών δαπανών συμβάλλει άμεσα σε βαθιά παρατεταμένη ύφεση της οικονομίας.

Γι’ αυτό δεν είναι καθόλου τυχαία η απαισιοδοξία που χαρακτηρίζει τις αστικές προβλέψεις για το μέλλον της διεθνούς καπιταλιστικής οικονομίας. Στην πρόσφατη εξαμηνιαία έκθεσή του ο ΟΟΣΑ προβλέπει για το 2011 επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης του ΑΕΠ στις ΗΠΑ, ουσιαστική στασιμότητα στην Ευρωζώνη (2,2% και 1,7% αντίστοιχα). Επισημαίνει ότι συνολικά «για τις οικονομίες του ΟΟΣΑ η ανάπτυξη δεν φαίνεται να μπορεί να ξαναβρεί σύντομα το ρυθμό που παρατηρήθηκε στην αντίστοιχη φάση ανάκαμψης κατά τους προηγούμενους κύκλους της κρίσης». Οι περισσότερες διεθνείς εκθέσεις συγκλίνουν στην πρόβλεψη για ασταθή, αναιμική ανάκαμψη σε ΗΠΑ και ΕΕ, που θα οδηγήσει σε βαθύτερη κρίση.

Το κρίσιμο πρόβλημα που αδυνατεί να αντιμετωπίσει η αστική πολιτική αφορά την προσπάθεια να ελέγξει την έκταση της απαξίωσης – καταστροφής κεφαλαίου που έχει υπερσυσσωρευθεί και δεν μπορεί να διασφαλίσει ικανοποιητικό ποσοστό κέρδους. Πάνω σε αυτό το έδαφος οξύνεται και η διαπάλη διαφορετικών τμημάτων του κεφαλαίου για τον επιμερισμό των βαρών της κρίσης (απαξίωση κεφαλαίων με τη μορφή εμπορευμάτων, κατανομή ζημιών και απαξίωση στο χρηματοπιστωτικό σύστημα κλπ.). Η διαπάλη αφορά επίσης το μέγεθος του δημόσιου τομέα, το ύψος και την κατανομή των κρατικών ενισχύσεων στους διάφορους κλάδους της οικονομίας.

Ταυτόχρονα επιδρούν και μια σειρά μακρόχρονες αλλαγές συσχετισμού δύναμης στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, που οφείλονται γενικά στη δράση του νόμου της ανισόμετρης ανάπτυξης. Αυτές οι αλλαγές επιταχύνθηκαν και εδραιώθηκαν μετά την εκδήλωση της οικονομικής κρίσης. Οι πρόσφατες εξελίξεις επιβεβαιώνουν κυρίως τη βελτίωση της θέσης της Κίνας στο συσχετισμό δύναμης απέναντι στις ΗΠΑ. Στην πρόσφατη σύνοδο του G20 στη Σεούλ, οι ΗΠΑ δεν κατόρθωσαν να επιβάλουν την πρότασή τους για ένα διεθνή μηχανισμό οριοθέτησης του εμπορικού ελλείμματος – πλεονάσματος (από -4% έως +4% του ΑΕΠ) των διαφόρων χωρών γιατί συνάντησαν τη σφοδρή αντίδραση της Γερμανίας και της Κίνας, που έχουν μεγάλο εμπορικό πλεόνασμα. Ταυτόχρονα, η Κίνα αναβάθμισε τη θέση της στο μηχανισμό λήψης αποφάσεων του ΔΝΤ. Η Κίνα σηκώνει πλέον τη σημαία των ελεύθερων εμπορικών ανταλλαγών, την ώρα που στις ΗΠΑ δυναμώνει η συζήτηση για λήψη μέτρων προστατευτισμού της αμερικανικής οικονομίας.

Οι αδύναμοι κρίκοι και το αβέβαιο μέλλον της Ευρωζώνης

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο πρέπει να αξιολογήσει κανείς τις εξελίξεις στο εσωτερικό της Ευρωζώνης και τη διαπάλη για τους όρους του μηχανισμού διάσωσης – ελεγχόμενης χρεοκοπίας των κρατών – μελών της ΕΕ. Ανεξάρτητα απ’ τις διάφορες παραλλαγές που προτείνονται, ο συγκεκριμένος μηχανισμός δεν μπορεί να αντιμετωπίζει ούτε την αιτία εκδήλωσης της κρίσης υπερσυσσώρευσης ούτε την ανισόμετρη ανάπτυξη στο εσωτερικό της Ευρωζώνης, η οποία οδηγεί σε όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων μέσα και έξω απ’ την ΕΕ.

Το ΚΚΕ είχε έγκαιρα επισημάνει ότι η ΟΝΕ, δηλαδή η νομισματική συγκόλληση κρατών – μελών με βαθιές ανισομετρίες στο επίπεδο ανάπτυξης, παραγωγικότητας, βιομηχανικής παραγωγής θα δοκιμασθεί έντονα σε περίοδο κρίσης.

Σήμερα, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Χέρμαν βαν Ρομπάι, φτάνει στο σημείο να δηλώσει «πρέπει να δουλέψουμε όλοι μαζί για να επιβιώσει η Ευρωζώνη, διαφορετικά δεν θα επιβιώσει ούτε η ΕΕ».

Την περίοδο της κρίσης αναδεικνύονται πιο έντονα οι ανισότιμες σχέσεις που χαρακτηρίζουν την ΕΕ ως διακρατική ιμπεριαλιστική συμμαχία. Αναδεικνύεται ότι η Γερμανία υπήρξε η μεγάλη ωφελημένη απ’ τη συγκρότηση της Ευρωζώνης. Απ’ τη μία διατήρησε το ισχυρό ευρώ ως διεθνές αποθεματικό νόμισμα και απ’ την άλλη έδωσε διέξοδο σ’ ένα μέρος των εξαγωγών της στο εσωτερικό της Ευρωζώνης. Ετσι ενίσχυσε το εμπορικό της πλεόνασμα, τη στιγμή που διευρυνόταν το εμπορικό έλλειμμα όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία.

Αντίστοιχα σήμερα διαπιστώνουμε ότι η ανάκαμψη στην ΕΕ είναι αναιμική και έντονα ανισόμετρη. Η Γερμανία και η Φινλανδία παρουσιάζουν ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ που ξεπερνά το 3,4%, ενώ η Ισπανία, η Ιρλανδία και η Ελλάδα βρίσκονται στη φάση κρίσης. Γαλλία και Ιταλία αδυνατούν να επιστρέψουν στο προ κρίσης επίπεδο, με ασθενικούς ρυθμούς ανάπτυξης 1,6% και 1% αντίστοιχα.

Οι προτάσεις που καταθέτει τώρα η καγκελάριος Μέρκελ επιχειρούν να ελαχιστοποιήσουν τους κινδύνους για το γερμανικό κράτος από ένα διευρυμένο και παρατεταμένο δανεισμό των υπερχρεωμένων κρατών της Ευρωζώνης. Επιχειρούν να ελαχιστοποιήσουν τα βάρη που θα αναλάβει το γερμανικό κράτος για μια άμεση στήριξη της Ευρωζώνης και να μετατοπίσουν ένα μέρος των βαρών σε ομίλους του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Ταυτόχρονα, ανοίγουν το δρόμο για την αναμόρφωση της Ευρωζώνης και την αποπομπή αδύναμων κρίκων όπως η Ελλάδα.

Για τη γερμανική κυβέρνηση προτεραιότητα παραμένει η θωράκιση του ευρώ στον ανταγωνισμό του στη διεθνή αγορά και η σχετική στήριξη των ιδιωτικών τραπεζικών ομίλων που αποτελούν τους δανειστές των αδύναμων κρίκων του μεσογειακού νότου και της Ιρλανδίας. Η Ιρλανδία αποτελεί επίσης αδύναμο κρίκο λόγω της υπερχρέωσης των ιδιωτικών τραπεζικών ομίλων.

Οι γερμανικές προτάσεις, που στηρίζει προς το παρόν και ο Γάλλος Πρόεδρος, Σαρκοζί, συναντούν αντιδράσεις τόσο απ’ τις ΗΠΑ όσο και στο εσωτερικό της άρχουσας τάξης της Γαλλίας και της ίδιας της Γερμανίας.

Η αμερικανική κυβέρνηση πιέζει, όπως είναι φυσικό, τη Γερμανία να αναλάβει πρόσθετα βάρη για τη στήριξη των υπερχρεωμένων κρατών της Ευρωζώνης και για να δώσει μεγαλύτερο βάρος στην εσωτερική κατανάλωση σε σχέση με τις εξαγωγές της.

Στις αντιδράσεις στο εσωτερικό της Γερμανίας πρωταγωνιστούν ισχυροί τραπεζικοί όμιλοι που έχουν μεγάλο βαθμό έκθεσης στα υπερχρεωμένα κράτη – μέλη και ανησυχούν για τη ζημιά στα χαρτοφυλάκιά τους. Μόνο για την περίπτωση της Ιρλανδίας, οι γερμανικές τράπεζες έχουν στα χαρτοφυλάκιά τους ιρλανδικά ομόλογα αξίας 138 δισ. δολαρίων. Ετσι πρέπει να εξηγηθούν οι αντιδράσεις του επικεφαλής της Ντόιτσε Μπανκ, Γ. Ακερμαν, και των Χριστιανοκοινωνιστών της Βαυαρίας.

Στη Γαλλία η διαπάλη είναι βαθύτερη και αφορά, εκτός των τραπεζών, βιομηχανικούς και εμπορικούς ομίλους που έχουν πληγεί απ’ τη γερμανική υπεροχή σε επίπεδο ανταγωνιστικότητας. Η αποστασιοποίηση απ’ τη γερμανική πρόταση εκφράσθηκε και με τις προειδοποιήσεις του Γάλλου επικεφαλής του ΔΝΤ, Στρος – Καν, για την επίδραση που θα έχει στην ίδια τη Γερμανία η παρατεταμένη ύφεση στην υπόλοιπη Ευρωζώνη.

Η διαπάλη στο εσωτερικό της γαλλικής αστικής τάξης για τη στάση απέναντι στη Γερμανία δεν είναι επίσης καινούρια. Αξίζει να θυμηθούμε σε πολιτικό επίπεδο την αντιπαράθεση Πετέν – Ντε Γκολ στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και Καγιό – Κλεμανσό πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Δίπλα στους βασικούς πόλους της διαπάλης πρέπει να συνυπολογίσουμε τις αντιδράσεις των υπερχρεωμένων κρατών της Νότιας Ευρώπης και της Ιρλανδίας, αλλά και άλλων χωρών όπως η Ολλανδία που η Ευρωζώνη αποτελεί προνομιακό πεδίο εξαγωγών τους. Αυτές οι κυβερνήσεις συμπλέουν αντικειμενικά με την αμερικανική πίεση προς τη Γερμανία.

Μονόδρομος η αποδέσμευση από την ΕΕ

Φυσικά η διαπάλη των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και των τμημάτων του κεφαλαίου δεν πρέπει να κρύψει απ’ τα μάτια του λαού τη στρατηγική συμφωνία τους για την κλιμάκωση της αντιλαϊκής επίθεσης.

Η στρατηγική συμφωνία των μονοπωλίων της ΕΕ ενάντια στο εισόδημα και στα δικαιώματα των εργαζομένων έχει συναφθεί πολύ πριν την εκδήλωση της κρίσης, με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και τη Στρατηγική της Λισαβόνας. Στοχεύει να διασφαλίσει φθηνότερη εργατική δύναμη για να θωρακισθεί η ανταγωνιστικότητα της ΕΕ απέναντι στους αναδυόμενους ισχυρούς ανταγωνιστές της, όπως η Κίνα, και τους παλαιότερους, όπως οι ΗΠΑ. Σε συνθήκες κρίσης η αστική πολιτική συμβάλλει στην αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης των εργαζομένων και στη διασφάλιση νέων πεδίων κερδοφορίας για το κεφάλαιο με τις ιδιωτικοποιήσεις, τις ΣΔΙΤ, την «απελευθέρωση» τομέων στρατηγικής σημασίας. Επιταχύνει τις αναδιαρθρώσεις για να πετύχει μια σχετική ανάσχεση της πτώσης του ποσοστού κέρδους.

Τόσο η κλιμάκωση της αντιλαϊκής επίθεσης όσο και η όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων που θέτει σε δοκιμασία τη σημερινή μορφή της Ευρωζώνης αποτελούν μια σημαντική ευκαιρία για την επείγουσα ανασύνταξη του λαϊκού κινήματος.

Σήμερα επαληθεύεται ότι η αστική πολιτική δε διαθέτει καμία συνταγή και κανένα μείγμα για τη φιλολαϊκή έξοδο απ’ την κρίση. Σήμερα, που γίνονται ακόμα πιο φανερές οι ανισότιμες σχέσεις στο εσωτερικό της ΕΕ και ο χαρακτήρας της ως στυλοβάτη των κερδών και της εξουσίας των μονοπωλίων. Σήμερα, που η όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων αυξάνει τον κίνδυνο ενός νέου κύκλου περιφερειακών συγκρούσεων, που περιλαμβάνουν και την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Σήμερα, που μπορούμε πιο εύκολα να αποδείξουμε ότι η επίθεση στα δικαιώματά μας, για να γίνεται φθηνότερη η εργατική δύναμη, θα είναι μόνιμη και όχι προσωρινή.

Σήμερα πρέπει να ξεδιπλώσουμε πιο αποφασιστικά την προσπάθεια στους μεγάλους εργασιακούς χώρους και κλάδους για την οργάνωση της λαϊκής αντεπίθεσης. Τώρα μπορούμε από καλύτερες θέσεις να προβάλουμε το δρόμο της αποδέσμευσης απ’ την ΕΕ με λαϊκή εξουσία. Τώρα μπορούμε πιο πειστικά να αποδείξουμε ότι η κοινωνική – κρατική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, με κεντρικό επιστημονικό σχεδιασμό και εργατικό έλεγχο, είναι μονόδρομος για να ικανοποιηθούν οι ανάγκες μας.

http://www1.rizospastis.gr/story.do?id=5960991&publDate=21/11/2010

http://wp.me/p1pa1c-44c