Γιατί συμμετέχει ο Αμπάς στις "ειρηνευτικές συνομιλίες" της Ουάσιγκτον;

Posted on 7 Σεπτεμβρίου, 2010 6:18 μμ από

19


του Καπυμπάρα


Στις 2 Σεπτεμβρίου ξεκίνησε στην Ουάσιγκτον των Ηνωμένων Πολιτειών ένας νέος γύρος «ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων» ανάμεσα στον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου και τον πρόεδρο της Παλαιστινιακής Αρχής Μαχμούντ Αμπάς, με διακηρυγμένο στόχο την επίλυση της ισραηλινο-παλαιστινιακής διαμάχης, με την ίδρυση μέσα σε ένα χρόνο από σήμερα, ενός ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους. Είναι σαφές ότι καμία από τις δύο πλευρές δε φαίνεται να θεωρεί ρεαλιστικό ενδεχόμενο την επίτευξη του στόχου αυτού, κάτι που ισχύει βέβαια και για τους Αμερικάνους σπόνσορες των διαπραγματεύσεων.

Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι ο Αμερικάνος πρόεδρος άσκησε ασφυκτικές πιέσεις στην παλαιστινιακή πλευρά να συμμετάσχει στις απευθείας συνομιλίες χωρίς να έχει εκπληρωθεί η στοιχειώδης προϋπόθεση του παγώματος της παράνομης ισραηλινής εποικιστικής δραστηριότητας στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη του Ιορδάνη, που θα δικαιολογούσε στα μάτια της παλαιστινιακής κοινής γνώμης τη συμμετοχή του Παλαιστίνιου προέδρου σ’ αυτές.

Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός έχει κάθε λόγο να συμμετέχει στις «ειρηνευτικές συνομιλίες», έστω κι αν δεν προβλέπεται να καταλήξουν σε κάποιου είδους λύση, αφού μπορεί με αυτόν τον τρόπο να παρουσιάσει τον εαυτό του ως κάποιον που επιθυμεί την ειρήνη μέσω διαπραγματεύσεων, ξεπλένοντας έτσι τη διεθνή εικόνα του, που κηλιδώθηκε μετά την επίθεση στον «στολίσκο της ελευθερίας», χωρίς να χρειαστεί καν να σταματήσει, έστω προσωρινά, να αποσπά και να εποικίζει παλαιστινιακά εδάφη, στερώντας τα από ένα πιθανό μελλοντικό παλαιστινιακό κράτος.

Ο Αμερικάνος πρόεδρος από την πλευρά του, προωθώντας τις ισραηλινο-παλαιστινιακές διαπραγματεύσεις, οικοδομεί, τουλάχιστον απέναντι στα δυτικά ακροατήρια, το προφίλ του ειρηνοποιού στη Μέση Ανατολή, ενώ επιθυμεί με τον τρόπο αυτό να κλείσει προσωρινά μια εστία έντασης στην περιοχή, ώστε να ασχοληθεί απρόσκοπτα με τα ανοιχτά μέτωπα του Ιράκ και του Αφγανιστάν. Και όλα αυτά, εξυπηρετώντας και τα συμφέροντα των Ισραηλινών συμμάχων του.

Ενώ, επομένως, είναι κατανοητό ότι η ισραηλινή και η αμερικάνικη πλευρά έχουν κάθε συμφέρον να προωθήσουν τις «ειρηνευτικές συνομιλίες», έχοντας πλήρη συνείδηση ότι αυτές δεν πρόκειται να οδηγήσουν πουθενά, σε σχέση πάντα με το διακηρυγμένο τους στόχο, το ερώτημα που τίθεται είναι γιατί ο Παλαιστίνιος πρόεδρος αποφάσισε να ικανοποιήσει το αμερικάνικο αίτημα και να μπει στις απευθείας διαπραγματεύσεις υπό το βάρος ενός δυσμενέστατου συσχετισμού δύναμης, χωρίς προϋποθέσεις και ανταλλάγματα και χωρίς το διαπραγματευτικό όπλο ενός λαϊκού αντικατοχικού κινήματος, όταν μάλιστα έτσι καθίσταται σίγουρη η περαιτέρω αποξένωσή του από το λαϊκό αίσθημα στις παλαιστινιακές πόλεις, τα χωριά και τους προσφυγικούς καταυλισμούς;

Την απάντηση στο παραπάνω ερώτημα θα έπρεπε μάλλον να την αναζητήσουμε στη νέα κοινωνική πραγματικότητα που διαμορφώθηκε μετά την ίδρυση της Παλαιστινιακής Αρχής, που έγινε με τη συμφωνία του Όσλο το 1993, τις νέες κοινωνικές δυνάμεις που αναδύθηκαν μέσα από αυτήν και την ιδεολογική μετάλλαξη του κυβερνώντος κόμματος της Φατάχ που τις εξέφρασε πολιτικά.

Η συμφωνία του Όσλο ήταν μάλλον το μεγαλύτερο πολιτικό λάθος του ιστορικού ηγέτη των Παλαιστίνιων Γιάσσερ Αραφάτ, αφού με αυτήν αναγνωρίστηκε το Ισραήλ, χωρίς να σταματήσει ο εποικισμός των κατεχόμενων παλαιστινιακών εδαφών, τα οποία παρουσίαζαν μία εικόνα απομονωμένων νησίδων, που χωρίζονταν μεταξύ τους από παράνομους οικισμούς, στρατιωτικά φυλάκια ελέγχου και δρόμους μόνο για Εβραίους. Διαμορφώθηκε μια κατάσταση που  δεν καλυτέρευσε στο ελάχιστο την καθημερινή ζωή της πλειοψηφίας των Παλαιστίνιων που ταλαιπωρούνταν και εξευτελίζονταν με σωματικούς ελέγχους και ατελείωτες ώρες αναμονής μπροστά από τα ισραηλινά φυλάκια ελέγχου κάθε φορά που έπρεπε να ταξιδέψουν για να πάνε στο Ισραήλ να δουλέψουν, να πάνε στο νοσοκομείο ή ακόμη και να επισκεφθούν συγγενείς και φίλους σε κάποια άλλη παλαιστινιακή πόλη. Επιπλέον, στην νεοϊδρυθείσα «Παλαιστινιακή Αρχή» μεταφέρθηκαν αστυνομικές αρμοδιότητες που αφορούσαν την ασφάλεια όχι του παλαιστινιακού πληθυσμού, αλλά του Ισραήλ. Έγινε, επομένως, σύντομα κατανοητό από τους περισσότερους Παλαιστίνιους, ότι στο τέλος της διαδρομής που ξεκίνησε με τη συμφωνία του Όσλο σίγουρα δεν βρίσκεται η ίδρυση ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους, αν υποθέσουμε βέβαια ότι η διαδρομή αυτή θα έχει κάποιο τέλος.

Το σημείο στο οποίο αξίζει να σταθούμε και που μπορεί να βοηθήσει στη ερμηνεία της σημερινής στάσης του Παλαιστίνιου προέδρου, είναι το γεγονός ότι οι Ισραηλινοί και Παλαιστίνιοι αρχιτέκτονες της συμφωνίας του Όσλο, έλαβαν τα κατάλληλα εκείνα μέτρα που θα εγγυούνταν την επιβίωση της «ειρηνευτικής διαδικασίας» που ξεκίνησε με τη συμφωνία, ακόμη κι αν η ίδια η συμφωνία κατέρρεε. Διαμορφώθηκαν έτσι δομές, θεσμοί και κοινωνικά στρώματα τα οποία εξαρτώνται άμεσα από την επιβίωση της «ειρηνευτικής διαδικασίας» και εξαρτούν τη  χρηματοδότησή τους από τους «διεθνείς δωρητές», που την υποστηρίζουν. Αναδύθηκαν έτσι στην παλαιστινιακή κοινωνία, ευρύτερες κοινωνικές ομάδες από τις οποίες η «ειρηνευτική διαδικασία» δεν αντιμετωπίζεται ως κομμάτι της στρατηγικής για τον τερματισμό της κατοχής και την εθνική απελευθέρωση, αλλά ως αυτοσκοπός, που είναι ανάγκη να συνεχίζεται ανεξάρτητα από την πολιτική αποτελεσματικότητά της, για να συνεχίζεται και η μισθοδοσία τους. Τέτοιες κοινωνικές ομάδες είναι:

  • Τα πολιτικά στελέχη της Παλαιστινιακής Αρχής (όπως είναι και ο ίδιος ο πρόεδρος).
  • Επιχειρηματίες, ντόπιοι ή  προερχόμενοι από την παλαιστινιακή διασπορά, που επενδύουν με τη βοήθεια της Παλαιστινιακής Αρχής (πολλοί από τους οποίους αποτελούν και στελέχη της).
  • Τα μέλη των σωμάτων ασφαλείας της Παλαιστινιακής Αρχής (αστυνομία και μυστικές υπηρεσίες), που αριθμούν δεκάδες χιλιάδες άτομα και που σαν σκοπό έχουν την προστασία της «ειρηνευτικής διαδικασίας» από τους διαφωνούντες. Η αποτελεσματικότητά τους, που περιλαμβάνει εκτελέσεις, φυλακίσεις και βασανιστήρια, έχει αναβαθμίσει το κύρος τους στα μάτια των Ισραηλινών και Αμερικάνων εταίρων της Παλαιστινιακής Αρχής στην «ειρηνευτική διαδικασία».
  • Τα δεκάδες χιλιάδες μέλη της γραφειοκρατίας, που ο ρόλος τους είναι να θέτουν σε εφαρμογή τις αποφάσεις των πολιτικών στελεχών της Παλαιστινιακής Αρχής.
  • Οι τεχνοκράτες των ΜΚΟ, που χρηματοδοτούνται απευθείας από τους διεθνείς σπόνσορες της «ειρηνευτικής διαδικασίας», χωρίς τη διαμεσολάβηση της Παλαιστινιακής Αρχής.
  • Τα μέλη μιας κοσμικής ελίτ οργανικών διανοούμενων και δημοσιογράφων, συχνά πρώην αριστερών, που ο ρόλος τους είναι να υπερασπίζονται την «ειρηνευτική διαδικασία», με το ιδεολογικό όπλο του «ρεαλισμού», παρουσιάζοντας, όσους δεν σιτίζονται από αυτήν και αναζητούν ακόμα λύσεις και στρατηγικές για τον τερματισμό της κατοχής και την απελευθέρωση της συντριπτικής πλειοψηφίας της κοινωνίας, ως «εξτρεμιστές», «ουτοπιστές», «φιλοπόλεμους» και «εχθρούς της ειρήνης».

Τα κοινωνικά αυτά στρώματα συσπειρώνονται πολιτικά γύρω από τις δυνάμεις που κυριαρχούν στη Φατάχ και ο βασικός τους φόβος είναι μήπως διακοπεί η ροή του χρήματος είτε σε περίπτωση που η Φατάχ χάσει την εξουσία είτε σε περίπτωση που το Ισραήλ και οι ΗΠΑ θα πάψουν να θεωρούν σημαντική πολιτικά και επικοινωνιακά τη συνέχιση της «ειρηνευτικής διαδικασίας». Περιττό να προσθέσουμε πως όλοι αυτοί αποτελούν τους περιβόητους «μετριοπαθείς Παλαιστίνιους» των αμερικάνικων και ευρωπαϊκών  ΜΜΕ.

Σε αντίθεση με τον Αραφάτ, που ενδιαφερόταν για το κύρος και την υστεροφημία του στον παλαιστινιακό λαό, και αναγνώρισε έμπρακτα τις λανθασμένες επιλογές του, πεθαίνοντας τελικά πολιορκημένος από τον ισραηλινό στρατό στο αρχηγείο του, η σημερινή ηγεσία της Παλαιστινιακής Αρχής δεν μοιάζει να ενδιαφέρεται κυρίως για την υποστήριξη των επιλογών της από την κοινή γνώμη. Έτσι, ο Μαχμούντ Αμπάς από το να δυσαρεστήσει τις ΗΠΑ, προτίμησε να έρθει σε σύγκρουση με το κοινό αίσθημα και να συμμετάσχει στις συνομιλίες της Ουάσιγκτον. Αυτό συμβαίνει όχι μόνο γιατί το συμφέρον των μερίδων της παλαιστινιακής κοινωνίας που εκφράζει πολιτικά εξυπηρετείται από μία τέτοια απόφαση, αλλά γιατί αισθάνεται ότι η συνέχιση της νομής της εξουσίας δεν εξαρτάται τόσο από την εμπιστοσύνη του λαού, όσο από την εμπιστοσύνη της Ουάσιγκτον, του Τελ Αβίβ και της «διεθνούς κοινότητας». Άλλωστε, η επιτυχία του συνταγματικού πραξικοπήματος του Ιουνίου του 2007, που κράτησε τη Φατάχ στην εξουσία, στηρίχθηκε κυρίως στη νομιμοποίησή του από τις ΗΠΑ, το Ισραήλ, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα «μετριοπαθή» αραβικά καθεστώτα της περιοχής.

Όσο για τον διορισμένο πρωθυπουργό Σαλάμ Φαγιάντ, πρώην στέλεχος της Παγκόσμιας Τράπεζας και μετέπειτα εκπρόσωπο του ΔΝΤ στις παλαιστινιακές περιοχές, δεν  φαίνεται να ανησυχεί μήπως χάσει με τις επιλογές της εξουσίας που υπηρετεί μεγάλο μέρος από το ιλιγγιώδες ποσοστό του 2,41% των Παλαιστίνιων ψηφοφόρων που σαγήνεψε στις προηγούμενες εκλογές ως ηγέτης του κόμματος «Τρίτος Δρόμος».

Όταν η «διεθνής κοινότητα» δεν αναγνωρίζει καμία παλαιστινιακή κυβέρνηση που να κινείται εκτός του πλαισίου της «ειρηνευτικής διαδικασίας», η σημερινή ηγεσία της Παλαιστινιακής Αρχής θωρακίζεται απέναντι στο ενδεχόμενο να πληρώσει εκλογικά το πολιτικό κόστος των επιλογών της (μία κατάσταση που θα τη ζήλευαν πολλοί «αντιλαϊκιστές» και στη δική μας χώρα). Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν κινδυνεύει να βρεθεί σε πολύ δύσκολες καταστάσεις όταν αποστοιχίζεται σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό από τις επιθυμίες της πλειοψηφίας του παλαιστινιακού λαού. Ας ελπίσουμε ότι θα πληρώσει το κόστος των επιλογών της, για το καλό της πλειοψηφίας των εννιά εκατομμυρίων Παλαιστινίων …

Shortlink: http://wp.me/pPn6Y-2fW

Advertisements