Συνέντευξη του Σταύρου Μαυρουδέα, Αν. Καθηγητή Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας (2ο Μέρος)

Posted on 27 Αύγουστος, 2010 3:46 μμ από

6


Συνέχεια του 1ου μέρους της συνέντευξης:

//:  Όσο βαθαίνουν οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης και των αντιδραστικών πολιτικών της κυβέρνησης αυξάνεται ανάμεσα στα άλλα και ο σκεπτικισμός, αν όχι η δυσαρέσκεια των Ελλήνων πολιτών ως προς το ευρώ. Αποδείχτηκε πως το ευρώ είναι αποτελεσματικό μόνο για τις χώρες εκείνες που είναι προηγμένες τεχνολογικά και που δεν έχουν ελλείμματα στο εμπορικό ισοζύγιό τους. Θεωρείτε πως παρ’ όλες τις παρεμβάσεις της ΕΚΤ και του ΔΝΤ, μελλοντικά θα ενταθούν οι φυγόκεντρες τάσεις που θα οδηγήσουν τελικά στη μερική ή ολική διάλυση της ΟΝΕ?

ΣΜ: Ο σκεπτικισμός και η δυσαρέσκεια των Ελλήνων πολιτών έναντι του ευρώ και της ΕΕ ευρύτερα είναι ένα εξαιρετικά σημαντικό νέο στοιχείο. Έχει εκδηλωθεί ήδη πριν την κρίση όταν λίγο καιρό μετά την ένταξη στην ΟΝΕ και την εισαγωγή του ευρώ άρχισε να γίνεται αισθητή η υποδόρια επιδείνωση της αγοραστικής δύναμης και του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων. Με το ξέσπασμα της κρίσης και ιδιαίτερα την μετατροπή της Ελλάδας σε ημι-προτεκτοράτο της ΕΕ αυτή η δυσαρέσκεια αποκτά πλέον πλειοψηφικές διαστάσεις. Αυτό είναι πράγματι κάτι νέο που ανησυχεί ιδιαίτερα τους κυρίαρχους κύκλους εντός και εκτός της χώρας. Μέχρι πρότινος οι Έλληνες παρουσίαζαν τα πιο ψηλά επίπεδα αποδοχής της ΕΕ ακόμη και όταν ο ευρωσκεπτικισμός είχε ήδη αρχίσει να σαρώνει τις δυτικοευρωπαϊκές χώρες, όπως φάνηκε περίτρανα με την απορρίψεις όλων των θεσμικών αλλαγών που προτάθηκαν σχεδόν παντού όποτε αυτές μπήκαν σε δημοψήφισμα και την άμεση ή έμμεση επιβολή τους με χυδαίους εκβιασμούς (δεύτερα δημοψηφίσματα, απειλές κλπ.) που εξευτέλισαν κάθε έννοια δημοκρατικής νομιμοποίησης. Αυτή η ελληνική «ευρωλαγνεία» είχε να κάνει αφενός μεν με την άγνοια των πραγματικών χαρακτηριστικών της ευρωπαϊκής ενοποίησης και την κυριολεκτικά γκαιμπελική προπαγάνδα των διαπλεκόμενων ΜΜΕ που συστηματικά απέκρυβαν δυσάρεστες πλευρές και φούσκωναν ασήμαντες «καραμελίτσες». Αφετέρου είχε να κάνει με το γεγονός ότι στα προηγούμενα βήματα της ΕΟΚ και της ΕΕ –όταν πάλευε να εδραιωθεί σαν εγχείρημα και να ενσωματώσει χώρες – πράγματι έδωσε αρκετές «καραμελίτσες» για να εξαγοράσει συναίνεση. Έτσι τα διάφορα προγράμματα στήριξης (ΜΟΠ, ΚΠΣ κλπ.) ιδιαίτερα προς τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες μπορεί να μην οδήγησαν τελικά στην σύγκλιση με τις αναπτυγμένες (καθώς τα αποτελέσματα τους ήταν σχετικά βραχυπρόθεσμα, οι μεταβιβαστικές πληρωμές τους γύριζαν με χίλιους-δύο τρόπους στους «δωρητές» κλπ.) αλλά κατόρθωσαν να εξαγοράσουν την συναίνεση ευρέων μεσαίων και λαϊκών στρωμάτων. Βέβαια όλα αυτά είχαν ημερομηνία λήξης. Ήδη, πριν την κρίση και εφόσον οι νοτιοευρωπαϊκές χώρες είχαν πλέον προσδεθεί σταθερά στην ευρωπαϊκή ενοποίηση και το νέο στοίχημα ήταν η ενσωμάτωση των ανατολικοευρωπαϊκών χωρών, οι μεταβιβαστικές πληρωμές άρχισαν να στερεύουν, οι όροι παροχής τους να γίνονται αυστηρότεροι και ξαφνικά δήθεν να διαπιστώνεται η ρεμούλα που γινόταν με τα κοινοτικά κονδύλια. Το ξέσπασμα της κρίσης επέτεινε όλες αυτές τις διεργασίες. Πλέον δεν υπάρχουν ούτε ψίχουλα για τις περιφερειακές χώρες της ευρωπαϊκής ενοποίησης αλλά αντίθετα ήρθε η ώρα να πληρώσουν και μάλιστα με το παραπάνω.

Άλλωστε, η εισαγωγή του ευρώ είχε και μία ιδιαίτερη επίπτωση στους έλληνες εργαζόμενους καθώς ψαλίδισε δραματικά την πραγματική αγοραστική δύναμη τους καθώς οδήγησε σε μια δραματική υπερτίμηση ιδιαίτερα των προϊόντων μαζικής λαϊκής κατανάλωσης. Όπως δείχνουν πολλές μελέτες, η αύξηση των τιμών των προϊόντων αυτών είναι πολύ ψηλότερη (περίπου δεκαπλάσια) από αυτήν του γενικού δείκτη τιμών. Αυτό συνέβη λόγω της μεγάλης διαφοράς αξίας μεταξύ του ενός ευρώ και της μιας δραχμής που έδινε τη δυνατότητα στο κεφάλαιο (μεγάλα μονοπώλια της διανομής, σούπερ μάρκετ κλπ.) να αυξάνει υπερβολικά τις τιμές των ειδών μαζικής λαϊκής κατανάλωσης. Τα είδη αυτά έχουν μικρό ανά μονάδα κόστος (λίγα ευρώ) και συνεπώς οι μεγάλες αυξήσεις της τιμής τους δε γίνονται αρχικά έντονα αισθητές (καθώς είναι κάποια λεπτά) αλλά ταυτόχρονα αγοράζονται συχνά και σε μεγάλες ποσότητες. Άρα η αύξηση των τιμών δε γίνεται γρήγορα κατανοητή και ταυτόχρονα τα αθροιστικά υπερκέρδη είναι μεγάλα, καθώς πωλούνται μεγάλες ποσότητες από τα προϊόντα αυτά. Οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ συνειδητά επέτρεψαν αυτήν την κλοπή, καθώς ενίσχυε σημαντικά την καπιταλιστική κερδοφορία, αφού το κεφάλαιο (εκτός της κλοπής του απλήρωτου χρόνου εργασίας) έκανε και μια δεύτερη κλοπή από το εργατικό εισόδημα, μέσω των υψηλών τιμών.

Το σύστημα, πριν την κρίση, εξαπέλυσε διάφορα γνωστά ευρω-παπαγαλάκια που κανοναρχούσαν ότι το ευρώ (α) έκανε φθηνότερη τη χρηματοδότηση του χρέους της χώρας, (β) απέτρεπε τον πληθωρισμό που θα προκαλούσε μία υποτίμηση και (γ) παρείχε ευρωπαϊκή ασπίδα έναντι του κινδύνου χρεοκοπίας της χώρας. Το ξέσπασμα της κρίσης, η μετατροπή της Ελλάδας σε αποδιοπομπαίο τράγο και η επιβολή του Μνημονίου της υποτέλειας έχουν κουρελιάσει όλα αυτά τα επιχειρήματα. Η χώρα όχι μόνο δεν μπορεί να δανεισθεί αλλά λόγω της ΟΝΕ έχει μπει στο στόχαστρο. Ο πληθωρισμός ήδη από πριν και πολύ περισσότερο μετά το Μνημόνιο έχει ξεφύγει εντελώς. Η δε ευρωπαϊκή ασπίδα προστασίας αποδεικνύεται προκρούστια κλίνη.

Όλα αυτά προκαλούν αυτή την απότομη επαναφορά στην πραγματικότητα της ελληνικής κοινής γνώμης. Αποδεικνύεται πλέον ότι η ΟΝΕ και το ευρώ, αλλά και η ΕΕ ευρύτερα, είναι ένα εργαλείο ηγεμονίας των ηγεμονικών δυτικοευρωπαϊκών χωρών. Όμως ακόμη και εκεί το όφελος είναι για τις κυρίαρχες τάξεις και όχι για τους εργαζόμενους. Αρκεί να δει κανείς τα στοιχεία για την Γερμανία όπου η ΟΝΕ και η ΕΕ έχει οδηγήσει σε μία στυγνή λιτότητα και «εσωτερική υποτίμηση» των μισθών ήδη πριν την κρίση. Μάλιστα είναι χαρακτηριστικό ότι αυτό ξεκίνησε με την «ροζ» κυβέρνηση Σοσιαλδημοκρατών και Πράσινων και με την συμπαιγνία της συνδικαλιστικής ηγεσίας (έναντι κάποιων ψίχουλων δήθεν διασφάλισης των θέσεων εργασίας). Μάλιστα αυτές τις μέρες εκπρόσωποι των Γερμανών βιομηχάνων αποφάνθηκαν ότι οι πολλές μέρες διακοπών βλάπτουν την υγεία και πρέπει να περικοπούν.

Αυτή η λαϊκή δυσαρέσκεια έναντι της ΟΝΕ αλλά πλέον και της ΕΕ μπορεί να οδηγήσει σε τεκτονικές κοινωνικο-πολιτικές αλλαγές στον ευρωπαϊκό χώρο. Όμως ελάχιστες πολιτικές δυνάμεις, ακόμη και μέσα στην Αριστερά, τολμούν να θέσουν το ζήτημα αυτό ξεκάθαρα και να τονίσουν ότι η ευρωπαϊκή ενοποίηση, η ΕΕ συνολικά, βλάπτει σοβαρά τους λαούς όλης της Ευρώπης. Από την άλλη, στις καθεστωτικές πολιτικές δυνάμεις – δεξιές, κεντρώες και «αριστερές» – υπάρχει μία χονδρή κόκκινη γραμμή που τις δεσμεύει να μην αναφέρουν την «απαγορευμένη θέση» ακόμη και όταν υφίστανται σοβαρά πολιτικά κόστη. Αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχισθεί επ’ αόριστον. Όσο λόγω της κρίσης η επίθεση του κεφαλαίου θα οξύνεται και θα γίνεται πιο βάρβαρη τόσο το πρόβλημα δεν θα μπορεί να συγκαλυφθεί. Αυτό αποτελεί πράγματι μία ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

//: Ας μεταφερθούμε για λίγο έξω από τα σύνορα της Ελλάδας. Όταν γινόντουσαν οι ζυμώσεις για τον μηχανισμό στήριξης αναπτύχθηκε πολύ έντονα το ιδεολόγημα πως η όποια οικονομική «στήριξη» της χώρας μας, επιβαρύνει τα δημόσια οικονομικά των υπολοίπων κρατών που συμμετέχουν σε αυτόν (μηχανισμό). Ας δούμε τη περίπτωση της Γερμανίας που είναι και η πιο χαρακτηριστική (σύμφωνα και με τα σχετικά δημοσιεύματα μερίδας του γερμανικού τύπου). H γερμανική οικονομία τελικά βγαίνει χαμένη από την ενεργοποίηση του μηχανισμού; Και τελικά όλα αυτά τα χρόνια οι Γερμανοί μεριμνούσαν για την ευμάρεια των «τεμπέληδων» Ελλήνων;

ΣΜ: Η Γερμανία είναι η βασικότερη ηγεμονική δύναμη της ευρωπαϊκής ενοποίησης (με την Γαλλία και το ΗΒ σε δεύτερους ρόλους). Εάν δεν είχε όφελος από αυτές τις διαδικασίες οι τελευταίες απλά δεν θα υπήρχαν. Αντίθετα με τους υποκριτικούς διθυράμβους περί ήττας της Μέρκελ, νέας «ευρωπαϊκής αλληλεγγύης» κλπ. οι μηχανισμοί στήριξης είναι κομμένοι και ραμμένοι στα μέτρα της Γερμανίας. Το γερμανικό κεφάλαιο γνωρίζει ότι εκεί που απέτυχε σε δύο παγκόσμιους πολέμους έχει επιτύχει χωρίς να ρίξει ντουφεκιά: αποτελεί τον βασικό ηγεμόνα της Ευρώπης. Φυσικά δεν είναι ανεξέλεγκτος αλλά πρέπει να διαπραγματεύεται με άλλους ηγεμόνες και να ρίχνει και κανένα ψίχουλο κάτω από το τραπέζι στους λαούς. Κάθε έξυπνος μεσαιωνικός ηγεμόνας το ίδιο έκανε. Αρχίζοντας με την ενιαία αγορά και συνεχίζοντας με την ΟΝΕ και την πολιτική ενοποίηση η ΕΕ ακολουθεί – με μικρούς ή μεγάλους συμβιβασμούς – τις επιλογές της Γερμανίας. Είναι χαρακτηριστικό το ότι η ΟΝΕ, ακόμη και μέσα στην κρίση, κατορθώνει να ωφελεί την γερμανική οικονομία – που παρουσιάζει ακόμη σχετικά καλούς ρυθμούς μεγέθυνσης και ψηλά ανταγωνιστικότητα. Είναι χαρακτηριστικό το ότι η Γερμανική οικονομία πουλά σε μεγάλο βαθμό στην ευρωπαϊκή ενιαία αγορά που είναι έτσι κατασκευασμένη ώστε να διευκολύνει τα γερμανικά εμπορικά πλεονάσματα και τα οποία είναι, κατ’ αντιστοιχία, εμπορικά ελλείμματα των ευρωπαίων «εταίρων» της. Αντίθετα τόσο η Γαλλική όσο και η Αγγλική οικονομία δοκιμάζονται σοβαρά.

Με αυτή την έννοια οι «τεμπέληδες» Έλληνες (αλλά και Πορτογάλοι, Ισπανοί κλπ.) έχουν πληρώσει ακριβά την γερμανική ευμάρεια (του κεφαλαίου και των μεσαίων στρωμάτων αλλά όχι όμως των Γερμανών εργαζομένων που χειμάζονται εδώ και καιρό από την λιτότητα). Εξάλλου, όπως δείχνουν πολλές μελέτες, οι Έλληνες συγκαταλέγονται στους πιο σκληρά εργαζόμενους στην ΕΕ (παρέχοντας περισσότερες ώρες εργασίας και με πολύ χαμηλότερες αμοιβές) ενώ η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας τους είναι ταχύτερη απ’ αυτή της Γερμανίας.

Με τους μηχανισμούς στήριξης για την αντιμετώπιση της κρίσης το Γερμανικό κεφάλαιο χρειάζεται πράγματι να βάλει κάποια λεφτά στο τραπέζι. Πρέπει να το κάνει για να διασφαλίσει τα μακροχρόνια συμφέροντα του (και ιδιαίτερα την βιωσιμότητα της ΕΕ) και για να εξασφαλίσει το γερμανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα (που μπορεί να κινδυνεύσει λόγω της κρίσης αν και έχει πάρει στο πολλαπλάσιο όσα έχει δανείσει στο παρελθόν και επίσης αποκομίζει τοκογλυφικά κέρδη σήμερα). Το έχει κάνει με το μικρότερο δυνατό κόστος, εμπλέκοντας τα κεφάλαια του ΔΝΤ και μοιράζοντας το βάρος σε όλες τις χώρες-μέλη (μόνο η μικρή Σλοβακία δεν άντεξε και το απέρριψε). Ιδιαίτερα όσον αφορά την εμπλοκή του ΔΝΤ – και παρά τις ανοησίες διάφορων ευρω-παπαγαλακίων περί αμερικανικού δακτύλου – η ΕΕ το έχει χρησιμοποιήσει σε κάθε περίπτωση στο χώρο της (Ουγγαρία, Βαλτικές χώρες κλπ.) και δεν έχει κανένα πρόβλημα μ’ αυτό τουλάχιστον επί του παρόντος καθώς θεσμικά διοικείται από εκπρόσωπο της και επιπλέον βολεύει για να επωμίζεται και κάποιος άλλος εκτός Ευρώπης την ευθύνη των βάρβαρων μέτρων που επιβάλλονται. Από την άλλη το Γερμανικό κεφάλαιο μελετά ήδη και τις εναλλακτικές λύσεις, που ξεκινούν από ελεγχόμενες χρεοκοπίες χωρών της ΕΕ (που θα μετατραπούν σε προτεκτοράτα) μέχρι δύο και τρεις ταχύτητες στην ΕΕ.

Από την άλλη, βέβαια, οι Γερμανοί εργαζόμενοι είναι ήδη, πριν από τους άλλους ευρωπαίους εργαζόμενους, στη μέγγενη ενώ και νέες λιτότητες έχουν ήδη εξαγγελθεί. Με αυτή την έννοια έχουν κάθε δίκιο να βαρυγκωμούν καθώς με τα δικά τους βάρη πληρώνονται τα διεθνή παιχνίδια του γερμανικού κεφαλαίου. Όμως αυτό απαιτεί την συνειδητοποίηση ότι αυτοί βγαίνουν πολλαπλά χαμένοι από την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Αυτό όμως, προς το παρόν, παίρνει κυρίως δεξιές μορφές (που απαιτούν ένα ακόμη πιο αυτόνομο και επιθετικό ρόλο του γερμανικού κεφαλαίου) και όχι μία αριστερή λαϊκή ριζοσπαστικοποίηση. Έτσι οι δημοσκοπήσεις δείχνουν τάσεις ανάκαμψης των Σοσιαλδημοκρατών και των Πρασίνων – που ξεκίνησαν τους πρόσφατους γύρους λιτότητας – ενώ ακόμη και το Linke δεν τολμά να πει τα πράγματα με το όνομα τους δεσμευόμενο από την κόκκινη γραμμή μη-αμφισβήτησης της ΕΕ.

//: Μία περισσότερο πολιτικής φύσεως ερώτηση. Μοιραία γίνονται συγκρίσεις της ελληνικής περίπτωσης με εκείνη της Αργεντινής. Πέρα από τη παρέμβαση του ΔΝΤ, μπορούμε να μιλάμε για δύο χώρες με ανάλογες πολιτικές και οικονομικές δομές? Επιπλέον πριν περίπου δέκα χρόνια παρακολουθήσαμε την εξέγερση του λαού της Αργεντινής. Παρ’ όλα αυτά η χώρα δεν οδηγήθηκε σε πολιτικό ριζοσπαστισμό αλλά στην ανάδειξη σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων. Μπορείτε να μας πείτε ποιοι πιστεύετε πως είναι οι λόγοι που δεν οδήγησαν την Αργεντινή σε ένα διαφορετικό οικονομικό σύστημα, λ.χ. σοσιαλισμός;

ΣΜ: Η περίπτωση της Αργεντινής είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα για εμάς τους Έλληνες, αν και ο τρόπος που συζητείται – ακόμη και μέσα στην Αριστερά – είναι δυστυχώς πολλές φορές επιπόλαιος, περιγραφικός και υπαγόμενος σε κοντόθωρες πολιτικές σκοπιμότητες.

Ιστορικά, η Αργεντινή έχει αρκετές ομοιότητες καθώς έχει ακολουθήσει μία παρόμοια διαδρομή. Είναι και αυτή μία καπιταλιστική χώρα ύστερης εσοδείας (δηλαδή ακολούθησε τον δυτικοευρωπαϊκό πυρήνα που προηγήθηκε στο δρόμο του καπιταλισμού) και ενδιάμεσου επιπέδου καπιταλιστικής ανάπτυξης. Εντάσσεται επίσης στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα καθώς μπορεί και εκμεταλλεύεται λιγότερο αναπτυγμένες χώρες αλλά ταυτόχρονα η ίδια υπάγεται στην ισχύ των πιο αναπτυγμένων ΗΠΑ και δυτικοευρωπαϊκών χωρών. Έχει επίσης ευρύτατα μεσαία στρώματα, όπως και η Ελλάδα, σε αντίθεση με τις πιο αναπτυγμένες δυτικές χώρες. Τέλος, για να ενσωματωθεί ο κοινωνικός και πολιτικός ριζοσπαστισμός ανδρώθηκε ο Περονισμός, ένα ρεύμα παρόμοιο με το ΠΑΣΟΚ αλλά με πολύ πιο ριζοσπαστικές εκφάνσεις. Ο Περονισμός – ο οποίος σημειωτέον εκτός από αριστερές είχε και δεξιές (ακόμη και φασίζουσες) πτέρυγες – σημάδεψε την εξέλιξη της σύγχρονης Αργεντινής και ιδιαίτερα κατόρθωσε να ηγεμονεύσει σε όλο το χώρο της Αριστεράς, πράγμα που δεν πέτυχε το ΠΑΣΟΚ. Από την άλλη βέβαια η Αργεντινή είναι μία πολύ πιο πλούσια σε πλουτοπαραγωγικούς πόρους χώρα.

Συνοπτικά, ιδιαίτερα μετά τον 2ο Παγκ. Πόλεμο η Αργεντινή αναπτύχθηκε γοργά ακολουθώντας ριζοσπαστικές κεϋνσιανές αναπτυξιακές πολιτικές (τον λατινοαμερικάνικο στρουκτουραλισμό) που προωθούσαν την εθνική εκβιομηχάνιση υποκαθιστώντας εισαγωγές και προστατεύοντας συστηματικά τις εγχώριες δραστηριότητες. Η κρίση του 1973 χτύπησε και την Αργεντινή τόσο στο εσωτερικό όσο και στις διεθνείς οικονομικές σχέσεις της. Στην συνέχεια έγινε – όπως και πολλές άλλες λατινοαμερικάνικες χώρες – ένα από τα πρώτα πειραματόζωα όπου δοκιμάσθηκαν από αιματοβαμμένες δικτατορίες με διάφορες νεοσυντηρητικές πολιτικές καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης (πρώτα ο μονεταρισμός και μετά ο νεοφιλελεύθερισμός της ανοικτής οικονομίας), πριν ακόμη αυτές προβληθούν παγκόσμια από τους Ρέηγκαν και Θάτσερ. Τα πειράματα αυτά ξεπάτωσαν την αργεντίνικη οικονομία και οδήγησαν σε οξυμένες πολιτικές και κοινωνικές αναταράξεις τόσο με δικτατορίες όσο και με εμφύλιες συρράξεις μεταξύ της αριστερής και της δεξιάς πτέρυγας των περονιστών. Μετά τον τυχοδιωκτισμό του πολέμου των Φώκλαντς και την πτώση της τελευταίας δικτατορίας το παιχνίδι συνεχίσθηκε μεταξύ Περονιστών (πλέον εντελώς διεφθαρμένων και συντηρητικοποιημένων) και άλλων δυνάμεων (π.χ. Ριζοσπάστες) που ενώ όλοι συναινούσαν στις συντηρητικές πολιτικές τσακωνόντουσαν για την νομή της εξουσίας. Ένα ιδιαίτερο πρόβλημα ήταν ο εξαιρετικά ψηλός (έχει χαρακτηρισθεί ως λατινοαμερικάνικος) πληθωρισμός, που μέσω αυτού η αστική τάξη προσπαθούσε να διαχειρισθεί τόσο τις εσωτερικές και εξωτερικές ανισορροπίες όσο και να απαλύνει τις κοινωνικές συγκρούσεις. Όμως, ταυτόχρονα, αποσυντόνιζε σοβαρά την λειτουργία της οικονομίας. Η κατάληξη ήταν να επιλέξει η αργεντίνικη αστική τάξη την πλήρη προσχώρηση στα κυρίαρχα δυτικά κελεύσματα. Αυτό σήμαινε όχι απλά το ολοκληρωτικό άνοιγμα της οικονομίας (κάτι σαν την ευρωπαϊκή ενιαία αγορά) αλλά και την δολαριοποίηση (δηλαδή η πρόσδεση του πέσο στο αμερικάνικο δολάριο, κάτι που δεν απέχει πολύ από την ΟΝΕ). Το αποτέλεσμα ήταν αφενός μεν η εξάλειψη του πληθωρισμού αλλά αφετέρου η εισροή ξένων κεφαλαίων στη χώρα, ο στραγγαλισμός πολλών εγχώριων παραγωγικών δραστηριοτήτων, η πτώση των εξαγωγικών δραστηριοτήτων κλπ. Πρακτικά, εκεί που η Αργεντινή είχε μία σχετικά συνεκτική, παραγωγική και ανταγωνιστική οικονομία κατέληξε να έχει ένα χαοτικό κατασκεύασμα πλήρως εξαρτημένο από τις ροές ξένων κεφαλαίων. Η αδυναμία της παραγωγικής βάσης της αργεντίνικης οικονομίας να ακολουθήσει και να στηρίξει την ισοτιμία που απαιτούσε η δολαριοποίηση οδήγησε στην κρίση της δολαριοποίησης. Η αργεντίνικη αστική τάξη επέμεινε με νύχια και με δόντια να διατηρήσει την δολαριοποίηση. Αυτό οδήγησε σε βάρβαρα αντιλαϊκά μέτρα που δεν χτύπησαν μόνο τους εργαζόμενους αλλά ακόμη και τα μεγάλα και ισχυρά μεσαία στρώματα. Αυτό προκάλεσε την εξέγερση (το αργεντινάζο) με μαζικές διαδηλώσεις και συγκρούσεις, καταλήψεις εργοστασίων, 4-5 κυβερνήσεις να πέφτουν μέσα σε μερικές μέρες και τον τελευταίο πρόεδρο να φεύγει με ελικόπτερο από το προεδρικό μέγαρο. Το σύστημα έφθασε κυριολεκτικά στο χείλος του γκρεμού καθώς όχι μόνο οι εργαζόμενοι αλλά και τα μεσαία στρώματα ήταν στους δρόμους ενώ όλες οι αστικές πολιτικές δυνάμεις είχαν πλήρως απαξιωθεί.

Το δυστύχημα ήταν ότι η αργεντίνικη Αριστερά φάνηκε δραματικά κατώτερη των περιστάσεων. Κατ’ αρχήν ήταν πάντα στη σκιά του περονισμού ενώ όταν απογαλακτίσθηκε μερικώς αρκέσθηκε στην παγίδα της καταγγελίας της περονιστικής διαφθοράς και ταλαντεύθηκε με τους αντιπάλους του. Το μεγαλύτερο τμήμα της (του ΚΚ Αργεντινής συμπεριλαμβανομένου, που παρεμπιπτόντως είναι ένα κόμμα πιο ρεφορμιστικό από το ΙΚΚ του Μπερλιγκουέρ) ταλαντεύθηκε με διάφορους λαϊκιστές αστούς πολιτικούς και διαχειριστικά αιτήματα. Από την άλλη οι οργανώσεις εκείνες που έθεσαν πιο ριζοσπαστικά ζητήματα και ιδιαίτερα το ζήτημα της πολιτικής και κοινωνικής εξουσίας το έκαναν με ένα γενικόλογο διακηρυκτικό τρόπο και χωρίς να μπορούν να το συνδέσουν με τις πιεστικές άμεσες ανάγκες των εργαζομένων που κυριολεκτικά πεινούσαν. Το αποτέλεσμα ήταν ο σοσιαλισμός να ακούγεται μάλλον σαν ευχολόγιο παρά σαν μία συγκροτημένη ρεαλιστική πρόταση.

Το αποτέλεσμα ήταν να δοθεί χρόνος και περιθώριο για κυριολεκτικά μία «επανάσταση» μέσα στην αστική τάξη. Η τρίτη βαθμίδα του επίσημου πολιτικού συστήματος, συγκροτημένη γύρω από τους περονιστές κυβερνήτες πολιτειών και προβάλλοντας τον Ν.Κίρχνερ, αμφισβήτησε σε περίπου ακροαριστερούς όρους όχι το σύστημα γενικά αλλά την συγκεκριμένη αρχιτεκτονική του γύρω από το άνοιγμα της οικονομίας, την δολαριοποίηση και τις σχέσεις με το ξένο κεφάλαιο. Ξαναενθυμούμενο το ριζοσπαστικό πολιτικό παρελθόν το – άλλωστε οι Κίρχνερ είχαν σχέσεις στο παρελθόν με τους Μοντονέρος – το νέο αυτό προσωπικό με το ριζοσπαστικό του πρόγραμμα κατόρθωσε να ηγεμονεύσει πάνω στις εξεγερμένες μάζες. Με αυτές όπλο προχώρησε σε μία σκληρή διαπραγμάτευση με τα ξένα κεφάλαια και τους ηγεμονικούς ιμπεριαλισμούς. Τσαλαπάτησε τις επιταγές της ορθόδοξης αναπτυξιακής πολιτικής (έτσι όπως συγκεφαλαιώνονται στις συνταγές της Συναίνεσης της Ουάσιγκτον), πέταξε έξω το ΔΝΤ, επανέφερε το πέσο υποτιμώντας το, έκανε στάση πληρωμών, πήρε κάποια φιλολαϊκά μέτρα και ενεργοποίησε προστατευτικές πολιτικές. Το αποτέλεσμα ήταν μετά την αρχική σύγκρουση οι περισσότεροι διεθνείς πιστωτές να συμβιβασθούν με το ¼ των οφειλομένων και αφού έγιναν επιπλέον ταμειακές διευκολύνσεις στην Αργεντινή. Αυτές τις μέρες όσοι επέμεναν να μην συμβιβασθούν κλήθηκαν για δεύτερη (και κατά τα απειλούμενα τελευταία) φορά να συμβιβασθούν αλλιώς δεν θα δουν δεκάρα. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι η αργεντίνικη οικονομία να παρουσιάζει μία εντυπωσιακή ανάκαμψη (νομίζω ότι τα πρόσφατα στοιχεία δείχνουν να τρέχει με 7+%), βοηθούντων και των διεθνών τιμών κάποιων εξαγωγικών προϊόντων. Επίσης, υπήρξε μία παραγωγική ανασυγκρότηση καθώς κλάδοι που είχαν πνιγεί από το άνοιγμα της οικονομίας και την δολαριοποίηση αναγεννήθηκαν. Φυσικά, οι εργαζόμενοι έχουν πληρώσει ακριβά όλοι αυτή την διαδρομή. Όμως το σύστημα κατόρθωσε να βρει εφεδρείες, ακόμη και εξεγειρόμενο κατά του προηγούμενου εαυτού του, και να ενσωματώσει τις λαϊκές αντιδράσεις – όπως φαίνεται και από την υψηλή δημοτικότητα των Κίρχνερ – καθώς μετρίασε τα λαϊκά βάρη και εκτόνωσε τον λαϊκό ριζοσπαστισμό στρέφοντας τον έναντι των ξένων ιμπεριαλισμών και των παλιών συμμάχων τους μέσα στην Αργεντινή.

Νομίζω ότι τα διδάγματα για την ελληνική Αριστερά είναι εύγλωττα.

//: Μία τελευταία ερώτηση. Αν και πραγματοποιήθηκαν μία σειρά θεσμικών, νομισματικών και δημοσιονομικών παρεμβάσεων από τις διάφορες Κυβερνήσεις και Κεντρικές Τράπεζες, φημολογείται έντονα το ενδεχόμενο δεύτερης βουτιάς (double dip) παρ’ όλες τις ενδείξεις περί αναιμικής ανάκαμψης (κυρίως για την οικονομία των ΗΠΑ). Πόσο πιθανόν θεωρείτε να συμβεί κάτι τέτοιο;

ΣΜ: Νομίζω ότι η δεύτερη βουτιά δεν είναι φημολογία αλλά πραγματικότητα. Σ’ αυτό συντείνουν και αρκετοί πλέον αστοί οικονομολόγοι καθώς δεν θέλουν να ξαναπιαστούν στον ύπνο. Οι διάφοροι διθύραμβοι περί εξόδου από την κρίση που ακούγονται ιδιαίτερα από διάφορα ελληνικά ΜΜΕ είναι είτε στρουθοκαμηλισμοί είτε μπαγιάτικες αντιγραφές από το διαδίκτυο. Για τους Μαρξιστές οικονομολόγους, ιδιαίτερα γι’ αυτούς που δεν παρασύρθηκαν από την γοητεία της χρηματιστικοποίησης το ότι η κρίση δεν έχει τελειώσει είναι προφανές. Αν το πρόβλημα είναι πολύ βαθύτερο – η υπερσυσσώρευση κεφαλαίων και η χαμηλή κερδοφορία – τότε η απλή απομόχλευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος (που και αυτή δεν έχει γίνει επαρκώς) δεν αρκεί. Με λίγα λόγια, αν το πρόβλημα ήταν απλά χρηματοπιστωτικό τότε θα έπρεπε να είχε ήδη λυθεί με τις ελεγχόμενες χρεοκοπίες και τα πακέτα στήριξης του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Όμως εάν το πρόβλημα είναι βαθύτερο και βρίσκεται στην καρδιά της καπιταλιστικής συσσώρευσης, δηλαδή στην υπεξαίρεση υπεραξίας και το ποσοστό κέρδους στην πραγματική οικονομία, τότε η κρίση έχει ακόμη πολύ δρόμο να διανύσει.

Τα θετικά στοιχεία που εμφανίζονται αυτό τις μέρες αφορούν τους προηγούμενους μήνες και είναι ήδη παρελθόν. Επίσης αντανακλούν τα τεράστια πακέτα στήριξης (κυρίως δημιοσιονομικά) που έπεσαν και που πλέον τελειώνουν και οι πρώτες ενδείξεις λαχανιάσματος είναι ορατές. Είναι χαρακτηριστική η εικόνα της αμερικανικής οικονομίας, που δίνει τον τόνο παγκόσμια, ιδιαίτερα μετά την ανάκαμψη της αμερικανικής οικονομικής ισχύος στην δεκαετία του 1990. Φαίνεται – και όχι μόνο από τα προβλήματα στην αγορά εργασίας – ότι τα τεράστια δημοσιονομικά πακέτα και η νομισματική χαλάρωση δεν έχουν φέρει διατηρήσιμα αποτελέσματα. Μπορεί να αποφεύχθηκαν μαζικές χρεοκοπίες και ένα κραχ αλλά μόλις τα πακέτα εξαντληθούν η οικονομική δραστηριότητα επιστρέφει στους κρισιακούς ρυθμούς της. Γι’ αυτό και ακόμη και στην εθελοτυφλικά θριαμβολογούσα Ευρώπη έπεσε πανικός μόλις η FED στην τελευταία συνεδρίαση της αποφάσισε να συνεχίσει την ποσοτική χαλάρωση. Ήταν ένα σαφές μήνυμα ότι τα προβλήματα δεν τέλειωσαν – παρά τις προηγούμενες έστω μετριασμένες διαβεβαιώσεις του Μπ.Μπερνάνκε περί εξόδου από το τούνελ – και γι’ αυτό υπήρξε επιστροφή στο δολάριο καθώς παρά τα τραγικά προβλήματα χρέους των ΗΠΑ θεωρείται πάντα η πρώτη ιμπεριαλιστική δύναμη που πριν πέσει θα έχουν πέσει όλοι οι κατώτεροι.

Τα προβλήματα για την ΕΕ είναι ακόμη περισσότερα. Μπορεί τα ευρωπαϊκά στοιχεία να εμφανίζονται καλύτερα από τα αμερικάνικα – γιατί υπάρχει μία μικρή υστέρηση των ευρωπαϊκών οικονομικών κύκλων έναντι του αμερικανικού – αλλά οι επαϊοντες γνωρίζουν καλά ότι εάν συναχωθούν οι ΗΠΑ η ΕΕ θα πάθει πνευμονία. Αυτό γιατί, μεταξύ άλλων, οι ΗΠΑ περνούν, με διάφορους μηχανισμούς, μέρος των δικών τους προβλημάτων σε άλλους και ιδιαίτερα στην ΕΕ (που κατά τα άλλα κοκορεύεται ως ανταγωνιστής τους). Για παράδειγμα, οι ευρωπαϊκοί ναρκισσισμοί περί της ενίσχυσης του ευρώ έναντι του δολαρίου είναι ένας χαρακτηριστικός λεονταρισμός που εν τέλει θίγει τον επαιρόμενο. Είναι προφανές ότι οι ΗΠΑ όλο αυτό το διάστημα κάνουν αυτό που, δια της Συναίνεσης της Ουάσιγκτον, έχουν απαγορεύσει σε όλους τους άλλους (πλην της Κίνας και της Ιαπωνίας που τους έγραψαν στα παλιότερα των υποδημάτων τους): ανταγωνιστική υποτίμηση. Ιδιαίτερα έναντι του ευρώ το δολάριο ήταν περίπου κατά 15% υποτιμημένο (και ακόμη και τώρα παραμένει υποτιμημένο) έτσι ώστε να διευκολύνει την βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου των ΗΠΑ. Η ΕΕ συναίνεσε θεωρώντας ότι έτσι εδραιώνει το ευρώ ως αντίπαλο δέος και το αποτέλεσμα ήταν να βρεθεί μπροστά στον κίνδυνο κατάρρευσης της ευρωζώνης λόγω των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Μπροστά μάλιστα στον κίνδυνο της επιστροφής της κρίσης ακόμη και τα ευρωπαϊκά κεφάλαια τρέχουν στον «λιμένα ασφαλείας» του δολαρίου.

Όμως τα ευρωπαϊκά προβλήματα είναι ακόμη περιπλοκότερα καθώς μπορεί η Γερμανία να αντέχει και μάλιστα στα τελευταία στοιχεία να δείχνει εντυπωσιακή ανάκαμψη αλλά όλοι οι άλλοι υποφέρουν. Η ανάκαμψη δε της Γερμανίας έχει μάλλον κοντά ποδάρια καθώς βασίζεται κυρίως στις εξαγωγές και ιδιαίτερα σε αυτές στην υπόλοιπη ΕΕ. Με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες (και ιδιαίτερα τις περιφερειακές) να βυθίζονται στην ύφεση είναι αμφίβολο για πόσο θα συνεχισθούν οι γερμανικές εξαγωγικές επιδόσεις και οι συνακόλουθοι ρυθμοί ανάπτυξης (ακόμη και με τις νέες λιτότητες για τους γερμανούς εργαζόμενους και την πρόσφατη πτώση του ευρώ).

Συνοψίζοντας, η διπλή βουτιά έχει ήδη διαφανεί και αυτό που προσπαθούν αγωνιωδώς τα διάφορα ιμπεριαλιστικά κέντρα του συστήματος είναι να δουν πως θα αντιμετωπισθεί. Αυτό σημαίνει τι θα κάνει το καθένα και τι θα φορτώσει σε «φίλους» και ανταγωνιστές. Βέβαια, πάνω απ’ όλα αυτό που το καθένα κοιτάζει είναι πως θα φορτώσει και τα νέα βάρη της διαχείρισης της κρίσης στους εργαζόμενους. Αυτό είναι το κρίσιμο ιστορικό στοίχημα της εποχής μας. Το κεφάλαιο θα κατορθώσει να υπερβεί την κρίση εν τέλει μόνο με μία δραματική αύξηση της εκμετάλλευσης της εργασίας που θα επιστρέψει το επίπεδο ζωής και εργασίας των μισθωτών σ’ αυτό της πρώτης καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Θα πρόκειται για μία τραγική παλινδρόμηση της ιστορίας προς τα πίσω. Η εναλλακτική είναι, παρά τις ήττες, να ξαναξυπνήσει ο ταπεινωμένος γίγαντας της μισθωτής εργασίας και να κάνει τον 21ο αιώνα ακόμη πιο ενδιαφέροντα από τον ταραγμένο 20ο αιώνα.

Ευχαριστούμε θερμά τον Αναπληρωτή Καθηγητή Σταύρο Μαυρουδέα για τον χρόνο και την υπομονή που διέθεσε ώστε να απαντήσει στο σύνολο των ερωτήσεων που έθεσαν οι Παραλληλογράφοι.

Για την επιμέλεια του 2ου μέρους της συνέντευξης: MITSARAS

Σύντομο λινκ: http://wp.me/p1pa1c-28M

Advertisements