Συνέντευξη του Σταύρου Μαυρουδέα, Αν. Καθηγητή Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας (1ο Μέρος)

Posted on 24 Αύγουστος, 2010 12:58 μμ από

46


Σύντομο Βιογραφικό Σημείωμα: Ο Σταύρος Μαυρουδέας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1961. Το 1985 πήρε το πτυχίο του από το τμήμα Οικονομικής Επιστήμης του ΕΚΠΑ ενώ το 1986 έλαβε το Msc. in Economics από το School of Oriental and African Studies (SOAS) του Πανεπιστημίου του Λονδίνου. Τέλος το 1990 απέκτησε το Ph.D. δίπλωμα από το Birkbeck College του ιδίου Πανεπιστημίου. Αυτή τη στιγμή είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο τμήμα Οικονομικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Τα εκπαιδευτικά και ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζουν στη Πολιτική Οικονομία, Οικονομική Μεγέθυνση και Ανάπτυξη καθώς και στην Ιστορία των Οικονομικών Θεωριών. Έχει πλήθος δημοσιεύσεων σε επιστημονικά περιοδικά όπως το Research in Political Economy, Science & Society και το Review of Radical Political Economy. Ταυτόχρονα στο βιογραφικό του έχει ένα σημαντικό αριθμό βιβλιοκριτικών ενώ ανά τακτά χρονικά διαστήματα αρθρογραφεί σε εφημερίδες και επιθεωρήσεις. Για περισσότερες πληροφορίες επισκεφθείτε το προσωπικό του blog: http://stavrosmavroudeas.wordpress.com/


//: Θα ξεκινήσουμε με μία ερώτηση ακαδημαϊκού περιεχομένου μιας και προέρχεστε από αυτόν τον χώρο. Μέχρι και το ξέσπασμα της κρίσης μεσουρανούσαν οι νέοι κλασσικοί οικονομολόγοι οι οποίοι διακήρυτταν αριστερά και δεξιά το τέλος όχι μόνο των οικονομικών κρίσεων αλλά ακόμα και των διακυμάνσεων ενός επιχειρηματικού κύκλου (business cycle). Μετά τις πρόσφατες εξελίξεις φαίνεται να κερδίζουν έδαφος οι νέοι κεϋνσιανοί οικονομολόγοι που τα προηγούμενα χρόνια ασκούσαν ήπια κριτική προβάλλοντας κυρίως την ατέλεια των αγορών λόγω της ασύμμετρης πληροφόρησης. Θα ήθελα να μας περιγράψετε στη δεδομένη στιγμή ποιες είναι οι τάσεις που διαμορφώνονται στον επιστημονικό σας χώρο και ποια θέση έχει σε αυτόν η Μαρξιστική και Ριζοσπαστική Πολιτική Οικονομία.

ΣΜ: Η σημερινή κρίση φέρνει στην επιφάνεια την εξαιρετικά κακή κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα η Επιστήμη της Οικονομίας. Ως γνωστόν, στο επιστημονικό πεδίο αυτό έχουν κυριαρχήσει ήδη από τα τέλη του 19ου αι. η προσέγγιση των νεοκλασσικών Οικονομικών, εκτοπίζοντας την προηγουμένως επικρατούσα Κλασική Πολιτική Οικονομία (εκφρασμένη πρωτίστως από τους Α.Σμιθ και Ντ.Ρικάρντο). Τα Οικονομικά θεωρούν ότι η οικονομία δεν είναι μία κοινωνική δομή (που απαρτίζεται από ομάδες και τάξεις με διαφορετικά συμφέροντα, στόχους και συμπεριφορές) αλλά ένα άθροισμα ατόμων (που δρουν εγωιστικά ακολουθώντας όλα τον ίδιο τύπο συμπεριφοράς). Η προσέγγιση αυτή αδυνατεί εγγενώς να συλλάβει την κοινωνική διάσταση των οικονομικών δρωμένων. Αντιθέτως, τόσο η Κλασική Πολιτική Οικονομία όσο, πολύ περισσότερο, η Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία (η οποία γεννήθηκε την ίδια χρονική περίοδο με τους προγόνους των νεοκλασσικών Οικονομικών και η οποία υποστηρίζει επιστημονικά το εργατικό κίνημα και την σοσιαλιστική μετάβαση) εξ ορισμού αναγνωρίζουν αυτή την κοινωνική διάσταση της οικονομίας. Αυτή η κυριαρχία των νεοκλασσικών Οικονομικών είναι σε μεγάλο βαθμό υπαίτια για την αποτυχία των κυρίαρχων πολιτικών να προβλέψουν και να αντιμετωπίσουν την κρίση του 1929. Από την αποτυχία τους αυτή προέκυψε ο Κεϋνσιανισμός, δηλαδή ένα αιρετικό ρεύμα που ξεκίνησε από το έδαφος των Οικονομικών αλλά αμφισβήτησε ορισμένες κρίσιμες πλευρές τους και υιοθέτησε πλευρές της Πολιτικής Οικονομίας. Βέβαια, απώτερος στόχος του Κεϋνσιανισμού – παρόλα τα ριζοσπαστικά φλερτ του – ήταν η διάσωση του καπιταλιστικού συστήματος. Οι κεϋνσιανές πολιτικές, βοηθούντος και του 2ου Παγκ.Πολέμου, οδήγησαν στην έξοδο από εκείνη την κρίση και την «χρυσή» μεταπολεμική εικοσαετία του συστήματος. Όμως η κρίση του 1973 και η αδυναμία του Κεϋνσιανισμού να δώσει εξίσου αποτελεσματικές διεξόδους οδήγησε στην επιστροφή της κυριαρχίας των νεοκλασσικών Οικονομικών και μάλιστα σε εξαιρετικά δογματικές εκδοχές. Τα νεοσυντηρητικά Οικονομικά (ξεκινώντας από τον μονεταρισμό και καταλήγοντας στους Νέους Κλασικούς και τα νεοφιλελεύθερα ρεύματα) αποτελούν μία εξαιρετικά αντιδραστική (με την έννοια της δογματικής υποστήριξης των συμφερόντων των κυρίαρχων κοινωνικοοικονομικών τάξεων) και τεχνικιστική (με την μυωπική προσήλωση σε μαθηματικά αντι-ρεαλιστικά μοντέλα) προσέγγιση. Η θεωρία αυτή βοήθησε το σύστημα να οργανώσει και να δικαιολογήσει την επίθεση στις μεταπολεμικές κατακτήσεις των εργαζομένων, που δοκιμάσθηκε αρχικά στη Λατινική Αμερική και επιβλήθηκε παγκόσμια με τους Ρέηγκαν και Θάτσερ. Όμως αποδείχθηκε δραματικά ανίκανη τόσο να αντιμετωπίσει τα βαθύτερα αίτια της κρίσης και να σιγάσει τους κρισιογόνους παράγοντες όσο και να προβλέψει το ξέσπασμα της σημερινής κρίσης. Αντιθέτως, διακηρυσσόταν όχι μόνο ότι όλα πήγαιναν περίφημα αλλά επίσης ότι πλέον το σύστημα έχει καταφέρει να απαλλαχθεί όχι μόνο από τις κρίσεις αλλά ακόμη και από τους πιο συνηθισμένους οικονομικούς κύκλους. Σε όλα αυτά τα δίσεκτα χρόνια της νεοσυντηρητικής ηγεμονίας ο Κεϋνσιανισμός είχε υποχωρήσει δραματικά καθώς έχασε απήχηση, υποστηρικτές του προσχώρησαν στο νέο ηγεμονικό ρεύμα αλλά και οι εναπομείναντες πιστοί του – πλην ελαχίστων εξαιρέσεων – προσχώρησαν σε πιο συντηρητικές (και κοντά στην ατζέντα του νεοσυντηρητισμού) προσεγγίσεις. Χαρακτηριστικό είναι το ρεύμα του Νέου Κεϋνσιανισμού (με επιφανή εκπρόσωπο τον πολυδιαφημισμένο Τζ.Στίγκλιτζ). Αξίζει να επισημανθεί ότι και τα κεϋνσιανά ρεύματα απέτυχαν δραματικά να προβλέψουν την σημερινή κρίση. Στην καλύτερη περίπτωση περιορίσθηκαν σε μία «ντροπαλή» υποστήριξη ενός οικονομικού ρόλου για το κράτος πάντα σαν συμπληρώματος της αγοράς (δηλαδή ενός σοσιαλφιλελευθερισμού) έναντι των νεοφιλελεύθερων ακροτήτων. Οι μόνοι, μέσα στα πλαίσια της κυρίαρχης οικονομικής σκέψης, που κάπως είχαν προϊδεάσει για την κρίση (χωρίς όμως ένα συγκροτημένο θεωρητικό πλαίσιο) ήταν λίγοι ιδιόμορφοι οικονομολόγοι (όπως ο Ν.Ρουμπίνι) και αυτοί περισσότερο από διαίσθηση παρά από συνεκτική ανάλυση.

Από την άλλη πλευρά, όλα αυτά τα χρόνια της νεοσυντηρητικής ηγεμονίας,  η Μαρξιστική (και η Ριζοσπαστική) Πολιτική Οικονομία είχε όχι απλά περιθωριοποιηθεί αλλά υποστεί κυριολεκτικά μακαρθικές διώξεις σε ακαδημαϊκό επίπεδο. Πολλοί, ιδιαίτερα από διάφορους «φωνακλάδες επαναστάτες» του 1968, την εγκατέλειψαν (με κάποιους να μετατρέπονται κυριολεκτικά σε γενίτσαρους). Αλλά ακόμη και στο εσωτερικό της υπήρξε ένα σοβαρό αδυνάτισμα και ισχυρές και, εν πολλοίς, απρόσφορες επιρροές από διάφορα ετερόδοξα ρεύματα (όπως ο θεσμισμός και οι μετα-κεϋνσιανές θεωρίες). Παρόλα αυτά, η Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία διατήρησε την έμφαση της στο ζήτημα της οικονομικής κρίσης και την πιθανότητα ξεσπάσματος της. Αυτό, με τις όποιες ταλαντεύσεις και αδυναμίες, την κάνει το μοναδικό επιστημονικό ρεύμα που δεν αιφνιδιάσθηκε από την σημερινή κρίση.

Μετά το ξέσπασμα της κρίσης επικράτησε μία κυριολεκτικά τραγελαφική κατάσταση. Σε επίπεδο οικονομικής πολιτικής ξαφνικά όλοι σχεδόν έγιναν αντι-νεοφιλελεύθεροι και προσχώρησαν άρον-άρον στον κρατικό παρεμβατισμό. Αυτό έφερε στην επιφάνεια τους προηγουμένως παραγκωνισμένους Νέους Κεϋνσιανούς (με επίκεντρο ιδιαίτερα τις ΗΠΑ). Φυσικά (καθώς δεν θα μπορούσε να γίνει και αλλιώς) η Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία παραμένει περιθωριοποιημένη παρόλο που δεν αντιμετωπίζεται πλέον με ιταμότητα. Όμως, οι Νέοι Κεϋνσιανοί αποδεικνύονται μάλλον πολύ λίγοι ακόμη και με τα κεϋνσιανά στάνταρντς. Μετά τις αρχικές εκτεταμένες ουσιαστικά κρατικοποιήσεις χρεοκοπούντων τραπεζών και επιχειρήσεων, την επιστροφή της δημοσιονομικής πολιτικής καθώς και τις συζητήσεις για ένα πιο αυστηρό κρατικό ρυθμιστικό πλαίσιο για το χρηματοπιστωτικό σύστημα οι συμβιβασμοί με τις νεοσυντηρητικές απόψεις άρχισαν πολύ γρήγορα. Έτσι σήμερα σε ακαδημαϊκό επίπεδο δεν έχει αλλάξει – παρά διάφορες διακηρύξεις – σχεδόν τίποτα και οι ίδιες ανούσιες, τεχνοκρατικές και αντιδραστικές θεωρίες κυριαρχούν. Στο επίπεδο της οικονομικής πολιτικής υπάρχουν απίθανοι βυζαντινισμοί για λεπτές ισορροπίες και συμβιβασμούς μεταξύ των σοσιαλφιλελεύθερων και νεοφιλελεύθερων θέσεων. Το χειρότερο όμως απ’ όλα είναι ότι υπάρχει μία συμφωνία και των δύο ότι το κόστος της κρίσης θα το πληρώσει ο κόσμος της εργασίας.

//: Ωστόσο ακόμα και μεταξύ των ακαδημαϊκών που εντάσσονται στο ριζοσπαστικό κομμάτι της Οικονομικής Επιστήμης υπάρχει διάσταση απόψεων σχετικά με τα αίτια της οικονομικής κρίσης. Χονδρικά μπορούμε να θέσουμε τρεις προσεγγίσεις: α) Πως πρόκειται για κρίση χρηματιστικοποίησης β) Πως πρόκειται για κρίση υποκατανάλωσης και γ) Πως πρόκειται για κρίση υπερσυσσώρευσης, a-la-Marx. Θα θέλαμε να μας πείτε σε ποια φάση βρίσκεται αυτή η διαμάχη και κατά πόσο ενέχουν πολιτικές και κινηματικές προεκτάσεις.

ΣΜ: Είναι γεγονός ότι, όπως προανέφερα, η σημερινή κρίση δεν βρίσκει την Μαρξιστική και την ριζοσπαστική Πολιτική Οικονομία στην καλύτερη δυνατή κατάσταση. Οι αντιδραστικές αλλαγές και ανατροπές και οι ήττες του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς, ιδιαίτερα στις πιο αναπτυγμένες χώρες έπαιξε ένα κρίσιμο ρόλο σ’ αυτό. Μάλιστα, οδήγησε πολλούς θεωρητικούς να συγχωνεύσουν την Μαρξιστική ανάλυση με θεωρίες ετερόδοξων ρευμάτων (όπως του μετα-κεϋνσιανισμού και του θεσμισμού) προσπαθώντας έτσι να αποφύγουν τον στιγματισμό ως «κόκκινοι» και να διατηρήσουν μία επαφή με το επίσημο επιστημονικό και πολιτικό σκηνικό. Για όποιον έχει ζήσει ιδιαίτερα σε αγγλοσαξωνικές (αλλά όχι μόνο) χώρες το φαινόμενο αυτό είναι ορατό δια γυμνού οφθαλμού. Αυτή η σύμμειξη Μαρξισμού και ετεροδοξίας δεν έγινε κυρίως για λόγους βελτίωσης της αναλυτικής ικανότητας της θεωρίας (πράγμα θεμιτό) αλλά για λόγους ακαδημαϊκής και πολιτικής επιβίωσης αλλά εις βάρος – κατά την ταπεινή μου γνώμη – της αναλυτικής αποτελεσματικότητας της θεωρίας. Με λίγα λόγια, αυτές οι συμμείξεις του Μαρξισμού με την αστική ετεροδοξία ουσιαστικά υπήγαγαν τον πρώτο στην δεύτερη και αντί να βελτιώσουν επιδείνωσαν την ερμηνευτική του ικανότητα. Το κόστος αυτών των εξελίξεων φαίνεται ιδιαίτερα στις ερμηνείες της σημερινής κρίσης και έχει εξόχως πολιτικά συνεπακόλουθα.

Ως γνωστόν τόσο οι νεοσυντηρητικές όσο και οι κεϋνσιανές αναλύσεις συγκλίνουν στο ότι η σημερινή κρίση είναι μία απλά χρηματοπιστωτική κρίση που προέκυψε είτε από την απληστία των golden boys του χρηματοπιστωτικού συστήματος και τις χαλαρές νομισματικές πολιτικές (για το νεοσυντηρητισμό) είτε/και από την υπερβολική απόσυρση του κράτους και την ελλειπή ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος (για τους κεϋνσιανούς). Και στις δύο εκδοχές η κρίση θεωρείται ότι δεν ξεκίνησε από την λεγόμενη πραγματική οικονομία αλλά από το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Και αυτό γιατί υπήρξαν είτε ατομικές αβλεψίες (τα golden boys), είτε εσφαλμένες πολιτικές. Άρα η κρίση δεν είναι αντικειμενικό οργανικό πρόβλημα του συστήματος αλλά αποτέλεσμα υποκειμενικών σφαλμάτων. Αυτό διευκολύνει για δύο λόγους. Πρώτον, εάν το πρόβλημα πηγάζει από τον σκληρό πυρήνα της καπιταλιστικής συσσώρευσης (δηλαδή την πραγματική οικονομία) τότε συνάγεται εύκολα ότι το καπιταλιστικό σύστημα είναι εγγενώς επιρρεπές σε κρίσεις και συνεπώς ξαναμπαίνει στην ατζέντα το αποδιοπομπαίο ζήτημα του σοσιαλισμού. Δεύτερον, εάν υπαίτιοι για την κρίση είναι επιμέρους παράγοντες και πολιτικές του συστήματος τότε δεν επιρρίπτεται η ευθύνη στο σύνολο του και μπορούν να εξευρεθούν βολικοί αποδιοπομπαίοι τράγοι που θα δικαιολογήσουν και την απαίτηση νέων, ακόμη πιο οδυνηρών θυσιών από την εργατική τάξη για την υπέρβαση της κρίσης.

Φυσικά η αστική ανάλυση κάνει την δουλειά της. Το πρόβλημα είναι όταν στοιχεία και επιρροές της παρεισφρύουν στην Μαρξιστική ανάλυση. Αυτό το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο και έχει υπάρξει και στο παρελθόν, ιδιαίτερα μετά την κρίση του 1929 και την επίδραση του Κεϋνσιανισμού (με τη μορφή των υποκαταναλωτικών θεωριών) μέσα στο Μαρξισμό. Το ίδιο, δυστυχώς, φαίνεται να επαναλαμβάνεται και σήμερα. Θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως «η κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας μέσα στην Αριστερά και την Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία».

Σήμερα, μέσα στην Μαρξιστική και ριζοσπαστική Πολιτική Οικονομία εκφράζονται τρεις ερμηνείες της κρίσης: (α) κρίση χρηματιστικοποίησης, (β) κρίση υποκατανάλωσης, (γ) κρίση a-la-Marx δηλαδή κρίση υπερσυσσώρευσης λόγω πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους.

Συνοπτικά, η ερμηνεία της χρηματιστικοποίησης υποστηρίζει ότι σήμερα ο καπιταλισμός έχει μεταλλαχθεί καθώς το χρηματικό κεφάλαιο έχει υποσκελίσει το παραγωγικό κεφάλαιο ως η ηγεμονική μερίδα του συστήματος. Υπάρχει σε διάφορες παραλλαγές που κοινή συνισταμένη τους είναι ότι η σημερινή κρίση δεν είναι μία κρίση a-la-Marx (δηλαδή που ξεκινά από την σφαίρα της παραγωγής) αλλά μία κρίση που ξεκινά από τον χρηματοπιστωτικό τομέα. Η παλιότερη εκδοχή είναι αυτή του καπιταλισμού-καζίνο, που υποστηρίζει ότι το χρηματικό κεφάλαιο ηγεμονεύει πάνω στο παραγωγικό κεφάλαιο απομυζώντας υπέρμετρα κέρδη από το τελευταίο (που υπό τον έλεγχο του δημιουργούνται τα κέρδη όλου του συστήματος) και έτσι το οδηγεί στην επενδυτική ασφυξία. Πρόκειται για μία νεο-σοσιαλδημοκρατική προσέγγιση με σαφή δάνεια από μετα-κεϋνσιανές θεωρίες που ανακαλύπτει νέους ραντιέρηδες (στην θέση είτε της γαιοκτησίας που πολέμησαν οι Σμιθ και Ρικάρντο είτε των ραντιέρηδων που πολέμησε ο Κέυνς). Καλεί δε το εργατικό κίνημα να συμμαχήσει με το παραγωγικό κεφάλαιο ενάντια στους τελευταίους. Η ερμηνεία αυτή αδυνατεί να εξηγήσει πως μπορεί να υπάρξει μακροχρόνια ένας τέτοιος καπιταλισμός εφόσον ο τόκος (χονδρικά το μερίδιο του χρηματικού κεφαλαίου) προέρχεται από την υπεραξία που εξάγεται από το παραγωγικό κεφάλαιο. Δηλαδή πως μπορεί να επιβιώσει για δεκαετίες ένα σύστημα υπεξαίρεσης πλούτου που πνίγει την μηχανή που τον παράγει. Επιπλέον, η θεωρία αυτή αδυνατεί να εξηγήσει τις πολλαπλές συμφύσεις του «παράσιτου» με το παραγωγικό κεφάλαιο και τις σοβαρές διευκολύνσεις που το πρώτο παρέχει στο δεύτερο.

Μία νεώτερη πιο εμβριθής εκδοχή υποστηρίζει ότι ο «νέος καπιταλισμός» χαρακτηρίζεται από την πλήρη αυτονόμηση του χρηματικού κεφαλαίου. Το τελευταίο δεν αντλεί πλέον τα εισοδήματα του από την αναδιανομή της υπεραξίας που εξάγει το παραγωγικό κεφάλαιο αλλά εκμεταλλεύεται το ίδιο κατευθείαν τους εργαζόμενους. Επιδίδεται δηλαδή σε μία «χρηματική εκμετάλλευση» ή «χρηματική ιδιοποίηση» που δεν διαφέρει από την τοκογλυφία. Μάλιστα υποστηρίζεται ότι ο νέος αυτός τύπος χρηματικού κεφαλαίου έχει συστηματικά μεγαλύτερα ποσοστά κερδοφορίας από το παραγωγικό και εμπορικό κεφάλαιο. Κατά τα άλλα, όσον αφορά την εξήγηση του μηχανισμού της σημερινής κρίσης η θεωρία αυτή ακολουθεί την πεπατημένη των μετα-κεϋνσιανών νομισματικών θεωριών (ιδιαίτερα της παράδοσης του Μίνσκυ) και φυσικά αποφαίνεται ότι δεν πρόκειται για μία κρίση a-la-Marx. Αυτή η εκδοχή ενός νεο-τοκογλυφικού χρηματικού καπιταλισμού έχει επίσης σοβαρά αναλυτικά και εμπειρικά προβλήματα. Όσον αφορά την ανάλυση αρνείται την μαρξιστική θεωρία για τον τρόπο λειτουργίας του χρηματεμπορικού και του τοκοφόρου κεφαλαίου και ουσιαστικά δημιουργεί ένα νέο τύπο τοκογλυφικού χρηματικού κεφαλαίου που όμως μάλλον απέχει δραματικά από την πραγματικότητα. Επίσης η θέση ότι αυτό το νέο χρηματικό κεφάλαιο δεν υπόκειται μακροχρόνια στην διαδικασία εξίσωσης του ποσοστού κέρδους είναι επίσης μη-ρεαλιστική. Αλλά πάνω απ’ όλα η ερμηνεία αυτή δίνει την εικόνα ενός καπιταλισμού που στο κέντρο του δεν είναι η σχέση πληρωμένου – απλήρωτου χρόνου στην σφαίρα της παραγωγής (δηλαδή η υπεραξία) αλλά μία τοκογλυφική υπεξαίρεση στην σφαίρα της κυκλοφορίας. Είναι γεγονός ότι βραχυχρόνια τμήματα του χρηματοπιστωτικού συστήματος μπορούν να λειτουργήσουν τοκογλυφικά. Όμως αυτό δεν μπορεί να γίνει μακροχρόνια και δομικά γιατί πλέον δεν μιλά κανείς για καπιταλισμό αλλά για κάτι άλλο το οποίο μάλλον περί επιστημονικής φαντασίας πρόκειται. Πολιτικά αυτή η ερμηνεία πάσχει επίσης από τα προαναφερθέντα προβλήματα.

Η ερμηνεία της υποκατανάλωσης υποστηρίζει ότι κάθε οικονομική κρίση προκύπτει από την αδυναμία της ζήτησης να καλύψει την προσφορά εμπορευμάτων λόγω ανεπάρκειας της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων. Συνεπώς θεωρεί ότι προκύπτει πρόβλημα πραγματοποίησης της αξίας (καθώς εμπορεύματα μένουν απούλητα) και κατά συνέπεια το σύστημα μπαίνει σε κρίση. Η προσέγγιση αυτή επικρίθηκε πολύ νωρίς και βάσιμα για μια σειρά σφάλματα. Ένα κρίσιμο πόρισμα της είναι ότι εάν υπάρξει μία σχεδιασμένη καπιταλιστική διαχείριση της ζήτησης (π.χ. από το κράτος, όπως στις παλιότερες θεωρίες περί οργανωμένου καπιταλισμού) τότε το πρόβλημα των κρίσεων στον καπιταλισμό μπορεί να αντιμετωπισθεί. Κατά συνέπεια το εργατικό κίνημα οδηγείται να συμπλεύσει με έστω φιλολαϊκίζουσες αστικές πολιτικές μεταθέτοντας τους επαναστατικούς του στόχους σε κάποιο απροσδιόριστο μέλλον. Όσον αφορά την σημερινή κρίση η υποκαταναλωτική ερμηνεία αντιμετωπίζει σοβαρότατα προβλήματα. Πρώτον, παραγνωρίζει ότι πριν από το ξέσπασμα της κρίσης στην αμερικάνικη οικονομία υπήρχε ενίσχυση της κατανάλωσης έστω μέσω της πιστωτικής επέκτασης. Δεύτερον, καταλήγει να στοιχίζεται πίσω από νεο-κεϋνσιανίζουσες πολιτικές διαχείρισης της ενεργούς ζήτησης (ιδιαίτερα στις ΗΠΑ) ακόμη και όταν καταγγέλλει την ξεδιάντροπη στήριξη του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Ουσιαστικά, η ερμηνεία της υποκατανάλωσης έχει συγχωνευθεί σήμερα με αυτή της χρηματιστικοποίησης.

Τέλος, η ερμηνεία της κρίσης υπερσυσσώρευσης λόγω πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους (δηλαδή η κρίση a-la-Marx) αποτελεί, κατά την γνώμη μου, την πιο βάσιμη εξήγηση της κρίσης. Συνοπτικά, η θεωρία αυτή υποστηρίζει ότι ο καπιταλισμός είναι εγγενώς επιρρεπής σε οικονομικές κρίσεις. Ο αιτιακός μηχανισμός των κρίσεων είναι κατά βάση ο ίδιος αν και σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους διαφοροποιείται ως προς επιμέρους στοιχεία και μορφές εμφάνισης. Βάση του είναι το ότι στον καπιταλισμό υπάρχει μία εγγενής τάση αύξησης της αξίας των μέσων παραγωγής (σταθερό κεφάλαιο) και συγκράτησης ή και μείωσης της αξίας της εργασιακής δύναμης (μεταβλητό κεφάλαιο). Συνεπώς ο λόγος της πρώτης προς την δεύτερη (δηλαδή η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου – ΟΣΚ) τείνει να αυξάνεται. Η τάση αυτή προκύπτει από την κατά Marx κυρίαρχη καπιταλιστική μορφή τεχνολογικής αλλαγής που είναι έντασης κεφαλαίου και εξοικονόμησης εργασίας. Η μορφή αυτή τεχνολογικής αλλαγής προκύπτει από τον ενδοκαπιταλιστικό ανταγωνισμό και την αποκόμιση προσθέτων κερδών από τα καινοτομούντα ατομικά κεφάλαια. Στο βαθμό που η ΟΣΚ αυξάνει τότε μειώνεται το ποσοστό κέρδους, καθώς αυτά τα δύο μεγέθη κινούνται αντίθετα. Εάν το ποσοστό κέρδους αρχίσει να μειώνεται τότε – συνήθως με μία χρονική υστέρηση – ακολουθεί και η μάζα των κερδών με αποτέλεσμα το μπλοκάρισμα της διαδικασίας συσσώρευσης του κεφαλαίου (καθώς οι νέες επενδύσεις έχουν φθίνουσα κερδοφορία). Η ενίσχυση και επιτάχυνση της διαδικασίας αυτής οδηγεί, από ένα σημείο και μετά, σε οικονομική κρίση και αποεπένδυση, δηλαδή μπλοκάρισμα της ομαλής αναπαραγωγής του καπιταλιστικού συστήματος. Αυτό εκφράζει την υπερσυσσώρευση του κεφαλαίου, καθώς το τελευταίο έχει υπεραναπτυχθεί και έχει ξεπεράσει τα κανονικά όρια μεγέθυνσης του. Η κρίση το ανακαλεί απότομα στην πραγματικότητα. Η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους συνυπάρχει και βρίσκεται σε διαρκή διαπάλη με μία σειρά αντίρροπες τάσεις, όπως οικονομίες στην χρήση σταθερού κεφαλαίου, ανάδυση νέων σφαιρών παραγωγής όπου η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου είναι χαμηλότερη (π.χ. λιγότερο αναπτυγμένες χώρες ή νέοι κλάδοι), εντατικοποίηση της παραγωγής, επιτάχυνση της περιστροφής του κεφαλαίου, εισαγωγές φθηνών εισροών και συμπίεση των μισθών κάτω από την αξία της εργασιακής δύναμης. Η έξοδος από την κρίση εξαρτάται καθοριστικά από την κινητοποίηση αυτών των αντίρροπων τάσεων. Ταυτόχρονα όμως, απαιτεί και την δραστική απαξίωση του υπερσυσσωρευμένου κεφαλαίου (δηλαδή την καταστροφή του). Συνεπώς, η έξοδος από την κρίση είναι πάντα μία διαδικασία καταστροφής και ανοικοδόμησης.

Η θεωρία της κρίσης υπερσυσσώρευσης, έχει δύο σαφή πλεονεκτήματα σε σχέση με τις άλλες δύο ερμηνείες. Πρώτον, επιβεβαιώνεται καλύτερα από τα εμπειρικά στοιχεία όπως έχουν δείξει αρκετές μελέτες. Δεύτερον, δεν πάσχει από τις πολιτικές αδυναμίες των άλλων δύο ερμηνειών. Δηλαδή αποδεικνύει ότι η οικονομική κρίση είναι οργανικό πρόβλημα του συστήματος και όχι ένα συγκυριακό αποτέλεσμα εσφαλμένων πολιτικών. Ιδιαίτερα δείχνει ότι τα βασικά συμφέροντα της εργασίας είναι αντίθετα με αυτά του κεφαλαίου και συνεπώς άλλη είναι η διέξοδος από την κρίση για την πρώτη και άλλη για το δεύτερο (είτε στις φιλολαϊκές είτε στις αντιδραστικές εκδοχές του). Τονίζει δηλαδή την ανάγκη μίας αυτόνομης στρατηγικής και τακτικής του κόσμου της εργασίας που να οδηγεί εν τέλει στην υπέρβαση του καπιταλιστικού συστήματος. Η αντιπαράθεση μεταξύ των τριών (ουσιαστικά δύο) αυτών απόψεων συνεχίζεται σήμερα μέσα στην Μαρξιστική και ριζοσπαστική Πολιτική Οικονομία. Η έκβαση της θα κριθεί, εκτός από το επιστημονικό επίπεδο, και στο κατά πόσο η Αριστερά και το εργατικό κίνημα θα καταφέρουν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά την σημερινή επίθεση του κεφαλαίου.

//: Η οικονομική κρίση φαίνεται πως δε χτύπησε όλες τις χώρες με την ίδια ένταση. Οι επιμέρους ιδιαιτερότητες έπαιξαν ορισμένο ρόλο. Ας πούμε στη περίπτωση της Ελληνικής Οικονομίας ποιοι ήταν κατά τη γνώμη σας οι παράγοντες που την οδήγησαν στο να μετατραπεί σε πειραματόζωο των χρηματαγορών και στον αδύναμο κρίκο της ευρωζώνης.

ΣΜ: Είναι αυτονόητο ότι μία παγκόσμια οικονομική κρίση θα χτυπήσει διαφορετικές χώρες με διαφορετικό τρόπο και ένταση. Αυτό γιατί η παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία αποτελείται από ομάδες χωρών με διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης, διαφορετικές δομές και διαφορετικούς τρόπους σύνδεσης με την παγκόσμια οικονομία. Μάλιστα, στα χρόνια της λεγόμενης «παγκοσμιοποίησης» φαίνεται ότι εν τέλει αυτές οι διαφορές αυξήθηκαν αντί να μειωθούν. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα κυρίαρχα Οικονομικά υποστήριζαν – και παλιότερα αλλά ιδιαίτερα την τελευταία περίοδο της «παγκοσμιοποίησης» – ότι το καπιταλιστικό σύστημα χαρακτηρίζεται από τάσεις σύγκλισης (convergence) μεταξύ αναπτυγμένων και υπανάπτυκτων οικονομιών, δηλαδή ότι οι δεύτερες θα αναπτυχθούν πιο γρήγορα και εν τέλει θα συγκλίνουν με τις πρώτες. Η θέση περί σύγκλισης έχει σαν πολιτικό συμπέρασμα ότι οι λιγότερο αναπτυγμένες οικονομίες, για το καλό τους, πρέπει να ανοιχθούν στο διεθνή ανταγωνισμό (δηλαδή στα κεφάλαια των αναπτυγμένων οικονομιών). Φυσικά η σύγκλιση είναι μία χρήσιμη πολιτικά ουτοπία των κυρίαρχων Οικονομικών καθώς ποτέ δεν μπόρεσε να επιβεβαιωθεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν αλλαγές στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας και ότι κάποιες λιγότερο αναπτυγμένες οικονομίες δεν μπορεί να αναπτυχθούν ενώ κάποιες αναπτυγμένες να πέσουν πίσω. Αλλά αυτό που αποκλείεται είναι εν τέλει όλοι να γίνουν το ίδιο. Αυτό είναι κάτι που κατανοεί πολύ καλά η Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία – ιδιαίτερα όπως συγκεφαλαιώθηκε από την θέση του Λένιν περί ανισομέρειας – και μάλιστα δείχνει πως τα άνισα επίπεδα ανάπτυξης οδηγούν στον ιμπεριαλισμό, δηλαδή στην τάση των πιο αναπτυγμένων να εκμεταλλεύονται τους λιγότερο αναπτυγμένους. Συνεπώς η ανισόμετρη ανάπτυξη είναι ένα αυτοαναπαραγόμενο χαρακτηριστικό του συστήματος ακόμη και όταν κάποιες χώρες αλλάζουν θέση στις βαθμίδες της ιμπεριαλιστικής πυραμίδας. Σε περιόδους κρίσης οι επιπτώσεις όχι μόνο είναι διαφορετικές από χώρα σε χώρα και από ομάδα χωρών σε ομάδα χωρών αλλά και οι ισχυρότερες ιμπεριαλιστικές χώρες επιδιώκουν να μετακυλήσουν μέρος των δικών τους προβλημάτων σε ανταγωνιστικά ιμπεριαλιστικά μπλοκ, σε υποδεέστερους ιμπεριαλισμούς μέσα στο δικό τους μπλοκ και σε άλλες λιγότερο αναπτυγμένες χώρες.

Η ελληνική περίπτωση είναι χαρακτηριστική. Ο ελληνικός καπιταλισμός – ένας μεσαίου επιπέδου καπιταλισμός με ιμπεριαλιστικές δραστηριότητες – υφίσταται τις επιπτώσεις της παγκόσμιας κρίσης, τα βάρη της συμμετοχής του στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση και τα ιδιαίτερα δικά του εσωτερικά προβλήματα. Έχω χαρακτηρίσει σε ένα κείμενο την ελληνική περίπτωση ως « ο κλέψας του κλέψαντος ». Ας δούμε γιατί.

Ιδιαίτερα μετά την παγκόσμια δομική κρίση του 1973 (αλλά και την πτώση της δικτατορίας και άρα την ενίσχυση του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς) ο ελληνικός καπιταλισμός επέλεξε να προσχωρήσει στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση. Αυτό σήμαινε να ανοίξει την οικονομία του στα ισχυρότερα δυτικοευρωπαϊκά κεφάλαια (με ενδεχόμενο κόστος) αλλά ταυτόχρονα σαν μέλος ενός ισχυρού ιμπεριαλιστικού κλαμπ να εκμεταλλευθεί άλλες χώρες ακόμη καλύτερα. Ταυτόχρονα έτσι εξασφάλιζε την επιβίωση του συστήματος έναντι της απειλής του μεταπολιτευτικού εργατικού και λαϊκού ριζοσπαστισμού (αυτό που κατ’ ευφημισμό ονομάσθηκε «εξασφάλιση της δημοκρατίας»). Η ένταξη είχε εν τέλει σαν αποτέλεσμα την απώλεια ανταγωνιστικότητας έναντι των ευρωπαϊκών ηγεμονικών οικονομιών (σαφής απόδειξη η μετατροπή του εμπορικού ισοζυγίου από πλεονασματικό σε ελλειμματικό) και ταυτόχρονα αποδιάρθρωσε την παραγωγική δομή της «λαμπρής 20ετίας» (1950-70) του ελληνικού καπιταλισμού. Την υποβάθμιση αυτή το ελληνικό κεφάλαιο προσπάθησε να αντισταθμίσει με την στυγνή ιμπεριαλιστική οικονομική εκμετάλλευση ιδίως των Βαλκανικών και Ανατολικοευρωπαϊκών οικονομιών. Αυτή, μαζί με την αύξηση της εκμετάλλευσης των εργαζομένων της χώρας μας (όπου οι ντιρεκτίβες της ΕΕ έπαιξαν κρίσιμο ρόλο), πράγματι στήριξε σοβαρά την καπιταλιστική κερδοφορία. Όμως με το ξέσπασμα της κρίσης το πάρτυ τελείωσε. Οι Βαλκανικές και Ανατολικοευρωπαϊκές οικονομίες χτυπήθηκαν δραματικά από την κρίση και επίσης ισχυρότεροι δυτικοί ιμπεριαλισμοί πιεζόμενοι από την κρίση δεν αφήνουν πλέον ούτε κοκαλάκι για τους πιο παρακατιανούς έλληνες εταίρους τους. Επιπλέον, για να ενταχθεί στον σκληρό πυρήνα της ευρωπαϊκής ενοποίησης (την ΟΝΕ) ο ελληνικός καπιταλισμός ουσιαστικά εκχώρησε άμεσα την νομισματική και έμμεσα την δημοσιονομική πολιτική στις ηγεμονικές δυτικοευρωπαϊκές οικονομίες με αποτέλεσμα αυτές να μην ταιριάζουν με τις ιδιαίτερες ανάγκες της ελληνικής οικονομίας καθώς ακολουθούν τους ρυθμούς των πολύ διαφορετικών δυτικοευρωπαϊκών οικονομιών. Έτσι το ελληνικό σύστημα απεμπόλησε κρίσιμα εργαλεία οικονομικής πολιτικής.

Από την άλλη, το ελληνικό αστικό κράτος για να στηρίξει, ήδη πριν το ξέσπασμα της κρίσης το ελληνικό σύστημα για να στηρίξει οικονομικά και πολιτικά την καπιταλιστική συσσώρευση και να παρακάμψει τα σοβαρά διαρθρωτικά προβλήματα του εκτίναξε τις δημόσιες δαπάνες όχι για τις ανάγκες των λαϊκών στρωμάτων αλλά επιδοτώντας πλουσιοπάροχα το ιδιωτικό κεφάλαιο (χαρακτηριστικό παράδειγμα οι πιο ακριβοί Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004) και ταυτόχρονα εξαγοράζοντας με ψίχουλα νομιμοποίηση μέσω πελατειακών σχέσεων. Το αποτέλεσμα ήταν η εκτίναξη του δημόσιου χρέους το οποίο, ακριβώς λόγω των ευρωενωσιακών ρυθμίσεων προς όφελος των μεγάλων πολυεθνικών χρηματοπιστωτικών οργανισμών (π.χ. δυσκολίες στην έκδοση «λαϊκών ομολόγων»), είναι κυρίως εξωτερικό χρέος.

Με το ξέσπασμα της σημερινής κρίσης οι αστικές κυβερνήσεις έριξαν μεγάλα «πακέτα» στήριξης που επιβάρυναν ιδιαίτερα τα δημόσια οικονομικά. Έτσι σήμερα η κρίση έχει γίνει επίσης, για πολλές χώρες, και δημοσιονομική κρίση. Αυτό γιατί το κεφάλαιο γνωρίζει καλά ότι η έξοδος από την κρίση δεν είναι εύκολη, παρά πρόσφατα ευχολόγια, ιδιαίτερα όταν τελειώσουν τα προγράμματα στήριξης. Επιπλέον, για να καλυφθεί το κόστος τους χρειάζονται ιδιαίτερα μεγάλοι μελλοντικοί ρυθμοί ανάπτυξης – πράγμα απίθανο. Εδώ επεμβαίνουν διάφορα ατομικά κεφάλαια που δεν διστάζουν να κερδοσκοπήσουν με το δημόσιο χρέος. Επιπλέον, οι ενδο-ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί παίζουν ένα ιδιαίτερο ρόλο στο παιχνίδι αυτό καθώς οι ισχυρότερες καπιταλιστικές οικονομίες επιδιώκουν να μετακυλήσουν τα δικά τους κόστη σε άλλους. Έτσι οι πολυεθνικοί χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί κερδοσκοπούν σε βάρος πιο αδύνατων οικονομιών (και όχι φυσικά των ηγεμονικών ιμπεριαλιστικών οικονομιών όπου είναι οι βάσεις τους) που μπορούν εύκολα να εκβιασθούν και να δώσουν ψηλά λύτρα με την μορφή ψηλότερων επιτοκίων δανεισμού.

Αυτό έγινε στην περίπτωση της Ελλάδας. Μέσα στο ευρωενωσιακό ιμπεριαλιστικό μπλοκ επιλέχθηκαν κάποιοι πιο αδύναμοι καπιταλισμοί (τα PIGS, πολλά από τα οποία προβάλλονταν το αμέσως προηγούμενο διάστημα ως πρότυπα ανάπτυξης) ως αποδιοπομπαίοι τράγοι. Δηλαδή επιλέχθηκαν να φορτωθούν βάρη των ηγεμονικών καπιταλισμών αλλά και να χρησιμοποιηθούν σαν φόβητρο και για τις εργατικές τάξεις των ηγεμονικών χωρών και για άλλες χώρες έτσι ώστε να υποκύψουν στις επιλογές του κεφαλαίου. Είναι αποκαλυπτικό της απάτης το γεγονός ότι εάν πράγματι τους ένοιαζε το δημόσιο έλλειμμα και το διεθνές χρέος τότε πριν την Ελλάδα έρχεται η Ιταλία ενώ σε παγκόσμιο επίπεδο οι ΗΠΑ δεν είναι μακριά. Αν μάλιστα συνυπολογισθούν όχι μόνο τα ποσοστά αλλά και τα απόλυτα μεγέθη το ελληνικό πρόβλημα (όπως και το ιρλανδικό και το πορτογαλικό) είναι μία απλή παρωνυχίδα. Κι όμως για την Ιταλία δεν λέγεται σχεδόν κουβέντα (γιατί θα ανατίναζε την ίδια την ΕΕ) ενώ οι ΗΠΑ δανείζονται με σκανδαλωδώς ευνοϊκούς όρους.

Εδώ το ελληνικό κεφάλαιο και οι κυβερνήσεις του δικομματισμού έπαιξαν ένα άθλιο παιχνίδι σε βάρος του ελληνικού λαού που όμως κινδυνεύει να γυρίσει και σε βάρος τους. Πρώτη η ΝΔ με την απογραφή Αλογοσκούφη προσπάθησε να κάνει τον καλό υποτακτικό αποκαλύπτοντας (και φουσκώνοντας) το έλλειμμα και φορτώνοντας την ευθύνη στο ΠΑΣΟΚ. Ταυτόχρονα ζήτησε μία υπερβολική αύξηση του ΑΕΠ έτσι ώστε ο λόγος δημοσίου ελλείμματος προς ΑΕΠ να βελτιωθεί. Οι δυτικοευρωπαίοι ηγεμόνες όμως ήταν σκληροί και τελικά έδωσαν μόνο μία ασήμαντη αύξηση του ΑΕΠ. Το ΠΑΣΟΚ με την σειρά του έπαιξε το ίδιο θέατρο φουσκώνοντας το έλλειμμα και χωρίς καν το τρυκ της αύξησης του ΑΕΠ. Όμως το άθλιο αυτό θέατρο έγινε πλέον όταν είχε ξεσπάσει η κρίση και μάλιστα είχε μετατραπεί σε δημοσιονομική. Έτσι κατάφερε να βάλει την Ελλάδα στο επίκεντρο του προβλήματος και πλέον η ελληνική καθεστηκυία τάξη – από εκεί που ήθελε να κάνει ένα ελεγχόμενο παιχνίδι σε βάρος του λαού και να επιβάλλει αστραπιαία αντιδραστικές αλλαγές στο μισθολογικό, ασφαλιστικό, εργασιακό και πολιτικό σύστημα που αγκομαχά εδώ και χρόνια να επιβάλλει – βρέθηκε μέσα σε μία ανεξέλεγκτη δίνη όπου εκτός από τα λαϊκά και μεσαία στρώματα (που ούτως ή άλλως πληρώνουν) κινδυνεύει να πληρώσει και αυτή ένα μέρος του λογαριασμού. Είναι χαρακτηριστικό ότι την επαύριον της υπογραφής του ληστρικού Μνημονίου με την ΕΕ και το ΔΝΤ ανακοινώθηκε ο ευρωπαϊκός μηχανισμός στήριξης άλλων οικονομιών με λιγότερο επαχθείς όρους. Ο κίνδυνος για το ελληνικό κεφάλαιο είναι ότι μετατρεπόμενο σε ένα καπιταλισμό υπό κηδεμονία υποβαθμίζεται στο διεθνές σύστημα. Επιπλέον, όσο η οικονομία βυθίζεται στην ύφεση λόγω των πολιτικών του Μνημονίου τόσο εκτός από την «εσωτερική υποτίμηση» των μισθών (που δεν ενοχλεί καθόλου το ελληνικό κεφάλαιο) υποβαθμίζεται και η αξία των επιχειρήσεων οπότε είτε κλίνουν είτε μπορεί να εξαγορασθούν για ξεροκόμματα από ξένα κεφάλαια. Δεν θα ήταν υπερβολή να ειπωθεί ότι η ένταξη στην ευρωπαϊκή ενοποίηση αποτελεί τη νέα «Μεγάλη Ιδέα» της ελληνικής αστικής τάξης που οδηγεί, όπως και η παλιά, την χώρα στην καταστροφή.

//: Προβάλλεται από το κίνημα -με τις όποιες διαφοροποιήσεις- το πολιτικό αίτημα της μη αναγνώρισης και κατά συνέπεια της μη αποπληρωμής του χρέους. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο προκαλεί ανησυχία σε μία μεγάλη μερίδα των εργαζομένων. Εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο ποιες θα ήταν τελικά οι επιπτώσεις για την ελληνική οικονομία και τις όποιες αναπτυξιακές προοπτικές. Με λίγα λόγια θα μπορούσαμε να περιμένουμε κάτι χειρότερο;

ΣΜ: Το ζήτημα του εξωτερικού χρέους είναι ένα ευρύτερο ζήτημα. Κατ’ αρχήν η κυβέρνηση και το σύστημα χρησιμοποιούν την αθέτηση πληρωμής του σαν φόβητρο για τους εργαζόμενους. Δηλαδή προβάλλουν ότι συνεπάγεται την χρεοκοπία του κράτους και συνεπώς την αδυναμία του να πληρώσει μισθούς, συντάξεις κλπ. Πρόκειται για ένα φθηνό προπαγανδιστικό τρυκ. Τα κράτη δεν είναι ιδιωτικές επιχειρήσεις αλλά κυρίαρχα σώματα. Συνεπώς η άρνηση ή η επαναδιαπραγμάτευση εξωτερικών χρεών τους δεν συνεπάγεται ότι μπορούν οι πιστωτές να τα πάνε στα δικαστήρια και να τους εκποιήσουν περιουσιακά στοιχεία. Υπάρχει εκτεταμένη βιβλιογραφία γι’ αυτό και, παρά συστηματικές αμερικανικές προσπάθειες ήδη από το 1980, η σχετική νομολογία δεν έχει αλλάξει ουσιαστικά. Μόνο εάν αυτοδεσμευθούν – όπως έκανε με κυριολεκτικά όρους υποτελούς η σημερινή κυβέρνηση – μπορεί να εγκληθούν. Αλλά ακόμη και σε αυτή την περίπτωση μία ριζική αλλαγή πολιτικής διακυβέρνησης μπορεί να αρνηθεί τις δεσμεύσεις αυτές και πάλι οι ξένοι πιστωτές δεν μπορούν να κάνουν τίποτα (εκτός από στρατιωτική εισβολή). Η άρνηση του εξωτερικού χρέους ή οποιαδήποτε παραλλαγή της δεν συνεπάγεται αυτόματα ότι το κράτος θα πάψει να εκπληρώνει τις εσωτερικές υποχρεώσεις του. Σημαίνει απλά ότι δεν θα μπορεί – και πάλι μόνο για ένα διάστημα όπως θα εξηγηθεί παρακάτω – να βρει δανεικά στο εξωτερικό. Μπορεί όμως να δανεισθεί στο εσωτερικό (πράγμα που ουσιαστικά απαγορεύεται από την ΟΝΕ) και μπορεί να τυπώσει χρήμα (με πληθωριστικές επιπτώσεις μικρότερες από αυτές που προκάλεσε η υιοθέτηση του ευρώ και αυτές που τώρα προκαλούν οι αυξήσεις του ΦΠΑ εφόσον συνοδευθούν με αγορανομικούς ελέγχους που επίσης λόγω ΕΕ έχουν πρακτικά απαξιωθεί). Άλλωστε, σήμερα με την πολιτική του Μνημονίου δεν υφίστανται οι έλληνες εργαζόμενοι όλες αυτές τις υποτιθέμενες συνέπειες μιας άρνησης ή επαναδιαπραγμάτευσης του χρέους; Δεν έχουν περικοπεί χειρότερα οι μισθοί; Δεν έχει ουσιαστικά αρνηθεί το κράτος να καλύψει τις συντάξεις των ασφαλιστικών ταμείων που το ίδιο (σε συμπαιγνία με εγχώριους και ξένους χρηματοπιστωτικούς λωποδύτες που μάλιστα σήμερα είναι και πιστωτές μας) χρεοκόπησε; Δεν έχει περικόψει δραματικά τις συντάξεις; Δεν έχει πάψει να πληρώνει στο εσωτερικό της χώρας το κράτος όλες σχεδόν τις υποχρεώσεις του; Δεν έχει εκτιναχθεί ο πληθωρισμός στα ύψη και μάλιστα περισσότερο στα είδη μαζικής λαϊκής κατανάλωσης; Και αυτά είναι μόνο η αρχή. Δηλαδή όλα αυτά με τα οποία εκφοβίζουν τον ελληνικό λαό εάν αρνηθεί το εξωτερικό χρέος έχουν ήδη συμβεί και μάλιστα στο πολλαπλάσιο. Επομένως, η κυρίαρχη πολιτική εκφοβίζει με παραμύθια τους έλληνες εργαζόμενους.

Από την άλλη, από τους ίδιους τους κυρίαρχους κύκλους (είναι χαρακτηριστική η αρθρογραφία του Munchaou στους Financial Times, οι δηλώσεις κοινοβουλευτικού εκπροσώπου της Μέρκελ αλλά και πρόσφατη συνέντευξη του Π.Ρουμελιώτη [εκπροσώπου της Ελλάδας στο ΔΝΤ] στο Capital.gr) η πιθανότητα αναδιαπραγμάτευσης του χρέους δεν αποκλείεται. Τι ακριβώς συμβαίνει; Η στάση πληρωμών μπορεί να συμβεί είτε στα πλαίσια μιας αριστερής στρατηγικής είτε στα πλαίσια μιας αστικής στρατηγικής. Προφανώς οι κυρίαρχοι κύκλοι, πίσω από τα παραμύθια μαζικής κατανάλωσης, επεξεργάζονται το δεύτερο. Είναι προφανές, από τις ίδιες τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ για εκτίναξη του ελληνικού χρέους το 2015, ότι η αποπληρωμή του δεν είναι εφικτή ιδιαίτερα με την οικονομία να μπαίνει σε βαθειά ύφεση. Εάν ένα κράτος (αλλά ακόμη και μία επιχείρηση) δεν μπορεί να πληρώσει χρέη τότε μπαίνει σε διαδικασία επαναδιαπραγμάτευσης τους. Αυτό μπορεί να γίνει είτε συγκρουσιακά είτε συναινετικά με τους διεθνείς πιστωτές. Η αναδιαπραγμάτευση μπορεί να σημαίνει την διαγραφή μέρους ή όλου του χρέους (το τελευταίο σημαίνει μετωπική σύγκρουση) ή/και τον ετεροχρονισμό του (δηλαδή την επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής και των επιτοκίων). Παραλλαγές τέτοιων μηχανισμών μπορούν να υπάρξουν αρκετές (π.χ. τα ομόλογα Brady με τα οποία καλύφθηκε το λατινοαμερικάνικο χρέος πριν από μερικά χρόνια). Όμως, μία ελληνική χρεοκοπία σήμερα θα τίναζε όχι μόνο το ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα (αλλά και άλλους διεθνείς τοκογλύφους) αλλά ολόκληρη την ΕΕ και το ευρώ στον αέρα. Γι’ αυτό αποκλείσθηκε προς το παρόν δια ροπάλου, η χώρα μπήκε στη μέγγενη του Μνημονίου και της υποβάθμισης, όλο το κόστος φορτώθηκε στους εργαζόμενους (με τον κίνδυνο κοινωνικής έκρηξης) και δόθηκαν τα πάντα για την στήριξη του εγχώριου και ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού συστήματος σε βάρος ακόμη και άλλων τομέων της οικονομίας. Στόχος είναι εάν υπάρξει παγκόσμια ανάκαμψη (πράγμα αμφίβολο όπως θα εξηγηθεί παρακάτω) και εάν η ΕΕ πάψει να κινδυνεύει τότε, εν ευθέτω χρόνω, να γίνει αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους. Φυσικά, ακόμη και τότε το όποιο κόστος υπάρξει πάλι οι εργαζόμενοι θα το φορτωθούν.

Όμως, η στάση πληρωμών μπορεί να αποτελέσει τμήμα μιας αριστερής στρατηγικής φιλολαϊκής διεξόδου από την κρίση. Δεν μπορεί όμως να αποτελέσει ούτε την προμετωπίδα της ούτε τον βασικό άξονα. Κατ’ αρχήν δεν μπορεί, υπό τις παρούσες θεσμικές δεσμεύσεις, να γίνει μέσα στα πλαίσια της ΕΕ και της ΟΝΕ. Ακόμη και η σχετική συζήτηση στους επίσημους κύκλους συνδυάζεται με την ήδη συσταθείσα διαδικασία ταχύρυθμων θεσμικών αλλαγών στην ΕΕ που επέβαλλαν οι Γερμανοί και όπου μπροστά τους ακόμη και το Μνημόνιο ωχριά καθώς τα χρεοκοπούντα κράτη θα γίνονται κυριολεκτικά αποικίες. Συνεπώς, μία φιλολαϊκή διέξοδος απαιτεί την έξοδο από την ΟΝΕ. Αυτό για άλλο ένα λόγο, γιατί η στάση πληρωμών πρέπει αναγκαστικά να συνδυασθεί με την αλλαγή νομίσματος (δηλαδή την επαναφορά της δραχμής) και μία υποτίμηση με τέτοιο τρόπο που να διασφαλίσει τα λαϊκά εισοδήματα. Η έξοδος από την ΟΝΕ θα ξαναδώσει στη χώρα εργαλεία οικονομικής πολιτικής που έχουν εκχωρηθεί (εν αγνοία του λαού της) σε υπερεθνικά κέντρα. Η υποτίμηση θα έχει πολύ μικρότερο κόστος για τους εργαζόμενους και τα μεσαία στρώματα απ’ ότι οι αλλαγές των ΕΕ-ΔΝΤ, θα ξαναδώσει ανταγωνιστικότητα στις εξαγωγές και θα αναζωογονήσει παραγωγικούς κλάδους. Επιπλέον όμως, η στάση πληρωμών οφείλει να συνδυασθεί με ελέγχους στην κίνηση του κεφαλαίου (αλλιώς θα υπάρξει φυγή κεφαλαίων) και κρατικοποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος (το οποίο άλλωστε με τόσες εγγυήσεις του δημοσίου θα έπρεπε να είναι ήδη κρατικοποιημένο) καθώς αλλιώς θα κινδυνεύσει με κατάρρευση. Είναι και πάλι εξόφθαλμο ότι όλα αυτά δεν μπορούν να γίνουν στα πλαίσια της ΟΝΕ. Δεν μπορούν να γίνουν ούτε και στα πλαίσια της ευρωπαϊκής Κοινής Αγοράς επειδή είναι κουτό να δεσμεύεις την εμπορική σου πολιτική και να έχεις ανοικτή την εσωτερική αγορά σου εφόσον έχεις ένα πιο αδύναμο νόμισμα. Γι’ αυτό η προμετωπίδα μίας αριστερής φιλολαϊκής πολιτικής διεξόδου από την κρίση δεν είναι άλλη από την έξοδο από την ΕΕ συνολικά και όχι μόνο από την ΟΝΕ ή απλά η στάση πληρωμών. Υπάρχει άλλωστε και ένας προφανής πολιτικός λόγος για αυτή την προμετωπίδα. Εδώ η ΕΕ δεν επέτρεψε μία πιο ήπια διαχείριση του προβλήματος και επέβαλε τα καυδιανά δίκρανα του Μνημονίου και θα επιτρέψει μία τέτοια κυριολεκτικά ανατρεπτική στρατηγική; Κάτι τέτοιο θα ήταν αντίθετο στην ίδια την φύση της σαν μία ιμπεριαλιστική λυκοσυμμαχία.

Επιπλέον, μία τέτοια στρατηγική διεξόδου δεν μπορεί να προχωρήσει παρά με μία πραγματικά προοδευτική φορολόγηση του πλούτου των εχόντων και την ορθολογική φιλολαϊκή διαχείριση του που θα δώσει τους αναγκαίους πόρους για την οικονομία. Οι πόροι αυτοί θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν για μία σχεδιασμένη παραγωγική αναδιάρθρωση της οικονομίας προς όφελος των εργαζομένων. Μία τέτοια αναδιάρθρωση θα αναζωογονήσει την οικονομία της χώρας, θα ενεργοποιήσει φθίνοντες θα δημιουργήσει νέους και θα επαναθεμελιώσει νεκρούς κλάδους.

Νομίζω όμως ότι είναι επίσης προφανές από τα προαναφερθέντα ότι μία τέτοια στρατηγική διεξόδου είναι μεν εφικτή αλλά ταυτόχρονα απαιτεί μία ριζική πολιτική και κοινωνική αλλαγή στη χώρα. Ιδιαίτερα συνεπάγεται την επαναφορά του αιτήματος της σοσιαλιστικής μετάβασης στο προσκήνιο. Μπορεί αυτό, για πολλούς, να φαντάζει εξωπραγματικό σήμερα αλλά αξίζει να αναρωτηθεί κανείς αν η καπιταλιστική βαρβαρότητα που βιώνουμε σήμερα (και όσα έπονται) δεν φαινόντουσαν εξίσου εξωπραγματικά πριν λίγα χρόνια. Αξίζει επίσης να αναρωτηθεί κανείς αν το υπαρκτό κόστος ενός τέτοιου αριστερού ριζοσπαστικού δρόμου δεν είναι εν τέλει μικρότερο για τους εργαζόμενους από αυτό που ήδη επωμίζονται από τις κυρίαρχες στρατηγικές.

Για την επιμέλεια του 1ου μέρους της συνέντευξης: MITSARAS

Σύντομο λινκ για το παρόν ποστ: http://wp.me/p1pa1c-27O

το δεύτερο μέρος της συνέντευξης βρίσκεται εδώ: http://wp.me/p1pa1c-28M

Advertisements