Η τρομοκρατία του «σωστού»

Posted on 25 Μαΐου, 2010 11:48 πμ από

20


Μια κοινωνία απογυμνωμένη από την ίδια τη δυνατότητά της να αντιλαμβάνεται, να διαισθάνεται τα λάθη των μελών της, συνάμα να προσπαθεί να κατανοήσει τους κοινωνικούς λόγους που ενισχύουν κάποιες συμπεριφορές, έχει ήδη κάνει ένα πολύ σοβαρό βήμα προς μια κατάσταση άγριας αμοιβαίας ανθρωποφαγίας, ενός αλληλοσπαραγμού δίχως τέλος και αρχή.

του ξεσβουρου, την ανάρτηση έκανε ο iguana

Ηράκλειο, Δευτέρα 24 Μαΐου στις 12:20 μμ., στη συμβολή των οδών 1821, Αγίου Μηνά, Μονοφατσίου και Κυρίλλου Λουκάρεως. Μια τριανταπεντάχρονη γυναίκα συλλαμβάνεται από πολίτες οι οποίοι ανταποκρίνονται στις κραυγές αγωνίας ενός ηλικιωμένου που του έχουν κλέψει το πορτοφόλι του μόλις λίγα μέτρα παραπάνω, συγκεκριμένα στη στάση των λεωφορείων στην πλατεία Κορνάρου. Η εικόνα ενός τρομαγμένου, απεγνωσμένου ανθρώπου που έχοντας μόλις διαπράξει ένα μικροέγκλημα τρέχει για να σωθεί με παρέπεμψε αυτόματα στην κλασσική σκηνή από τον «Κλέφτη Ποδηλάτων» της Ιταλίας της δεκαετίας του ’50, όπου ο πρωταγωνιστής – έχοντας ο ίδιος πέσει θύμα κλοπής πριν από μερικές ώρες – επιχειρεί να κλέψει ένα φαινομενικά ξέμπαρκο ποδήλατο και τελικά συλλαμβάνεται και αυτός από απλούς πολίτες.

Δεν γνωρίζω πόσο αναγκαία, καταναγκαστική, εξαναγκασμένη ή μη ήταν αυτή η κλοπή για τη γυναίκα που την διέπραξε. Πλησιάζοντας ο ίδιος μερικά λεπτά μετά από τη σύλληψη της δίπλα σε ένα τσούρμο ανθρώπων κυρίως μεγάλης ηλικίας, την είδα όρθια, μόνη και ταυτόχρονα περικυκλωμένη από τους φόβους της, έρμαιο των συν-«ανθρώπων» που ήταν εσωτερικά το ίδιο τρομαγμένοι και αβοήθητοι απέναντι στους δικούς τους φόβους. Ευτυχώς δεν την είχαν χτυπήσει, αν κάτι τέτοιο έγινε διέφυγε της προσοχής μου. Δεν ήταν να τη φοβάται κανείς, ήταν να τη λυπάται. Ανεξάρτητα, λοιπόν, από το ποιο μπορεί να ήταν το ιστορικό και το ποινικό μητρώο αυτής της γυναίκας, ζητήθηκε από κάποιους – δυστυχώς συντριπτικά λίγους – να βρεθεί μια καρέκλα, ένα μπουκάλι νερό, κάτι απλό και λίγο για τον κατατρεγμένο. Συγχρόνως κάποιοι – βλέποντας την να τρέμει ατενίζοντας συντετριμμένη, αποσβολωμένη, ισοπεδωμένη τη σύλληψή της και την επερχόμενη αναμέτρησή της με το νόμο και τη «δικαιοσύνη» – αναρωτηθήκαμε φωναχτά αν θα έπρεπε – εκτός από την αστυνομία που είχε ήδη ενημερωθεί – να κληθεί και κάποια κοινωνική υπηρεσία, μια και ήταν πολύ πιθανό – υπήρχαν δε και οπτικά σημάδια – αυτή η γυναίκα να υποκινήθηκε σε τέτοιες ενέργειες λόγω εθισμού σε ναρκωτικές ουσίες.

Και τότε συνέβη μια απίστευτη αντιστροφή ρόλων, που προσωπικά δεν έχω ξανασυναντήσει. Αδυνατώ ν’ απαντήσω γιατί σε μια κοινωνία που υποτίθεται ότι έχει κάνει βήματα παιδείας η παροχή βοήθειας ή συμπαράστασης ή έστω μια απλή υπόμνηση δικαιωμάτων και εγγυήσεων αντιμετωπίζεται ακόμα σαν ταμπού και συνενοχή σε εγκληματικές πράξεις. Από κάποιους, δυστυχώς πολλούς, «αγανακτισμένους πολίτες» εκτοξεύτηκαν κατηγορίες και σχήματα ντροπής, που στόχο είχαν να αποστομώσουν, να αφαιρέσουν έμπρακτα το λόγο και το δικαίωμα παρέμβασης από όσους από εμάς προσπάθησαν να διατυπώσουν, παρακινημένοι από αλληλεγγύη, μια υποτυπώδη έστω συμπάθεια προς αυτή την κοπέλα. Η ατάκα του αστυνομικού που κατέφθασε μετά από λίγο, την οποία εκστόμισε απευθυνόμενος στους λίγους, ήδη αποδυναμωμένους που δεν θέλγονταν από την προοπτική ψυχολογικού κατασπαραγμού της θύτη, με άφησε εμβρόνητο: «Όλο αυτά λέτε και δε μας αφήνετε να κάνουμε τη δουλειά μας».

Μετά από λίγο έφυγα φοβισμένος ο ίδιος και απογοητευμένος. Αν νιώθω για κάτι ντροπή είναι μόνο που εκείνη τη στιγμή δεν κατάφερα να υπερνικήσω τους δικούς μου φόβους και να πω μια κουβέντα παραπάνω.

Από τη στιγμή που η υλική αναγκαιότητα ή προσκόλληση ωθεί στην αποδόμηση της ανθρώπινης οντότητας του θύτη με την ίδια αν όχι περισσότερη τελικότητα και μανία στην οποία ωθεί και έναν «κλέφτη» να προσβάλλει την περιουσία και την ιδιοκτησία του θύματος, οι «αγανακτισμένοι» διώκτες, φορείς – εκφραστές αυτής της ιδεολογίας και νοοτροπίας δεν διαφέρουν και πολύ από εκείνον που «κυνηγούν». Η συνηγορία μάλιστα – στις συγκεκριμένες συνθήκες – του νόμου υπέρ της «παραδειγματικής» τιμωρίας του θύτη σε συνδυασμό με την άλλοτε υφέρπουσα άλλοτε δικονομικά εκφρασμένη αδιαφορία της εξουσίας για τις κοινωνικές αιτίες της διάχυτης ανομίας, εξασφαλίζει ότι το δικαστικό σύστημα θα συνεχίσει να εγκληματεί νομιμοφρόνως απέναντι στους θύτες περισσότερο επιτυχημένα και με μεγαλύτερη διάρκεια απ’ ότι οι τελευταίοι το έπραξαν απέναντι στους συμπολίτες τους. Η διάχυτη σκληρότητα και απανθρωπιά αναβαπτισμένη στο πνεύμα του νόμου και έχοντας μαζί της μια αγοραία, αλλά ισχυρή, ψευτομαγγιόρικη ηθική «δικαίου», έχει έτσι όλα τα φόντα να εξελιχθεί σε προπομπό και χειροκροτητή της ισοπέδωσης ζωών, ανθρώπων και ψυχών, αν και ποτέ δεν θα αναγνωριστεί ως τέτοια. Κάπως έτσι λειτουργούν οι σύγχρονες αρένες θανάτου για όσους διαπράττουν μικροεγκλήματα στην άνιση, άγρια και διψασμένη για τιμωρία και αίμα αλαζονική και αυτάρεσκη κοινωνία μας.

Χθες – όπως σχεδόν κάθε εβδομάδα – δημοσιεύτηκε η είδηση μιας ακόμα αυτοκτονίας κρατούμενου μέσα σε αστυνομικό τμήμα («Αυτοκτόνησε κρατούμενος στην Πολίχνη» ). Αναρωτιέμαι τι μπορεί να είναι αυτό που πείθει έναν άνθρωπο να καταλήξει στην αυτοκτονία έχοντας διαπράξει απλά το αδίκημα της κλοπής μιας τσάντας… Μήπως είναι η απογοήτευση απέναντι σε μια κοινωνία και μια «δικαιοσύνη» που δεν θα του αναγνωρίσει ποτέ πια την ανθρώπινη του ιδιότητα και τον έχει ήδη σπρώξει οριστικά στο «σωφρονιστικό» περιθώριο; Ή ίσως η σκόπιμη διαχείριση μιας πρακτικής απομόνωσης και τρομοκράτησης όσων έχουν λαθέψει, με τρόπο που να κρύβει και ν’ α-φανίζει τις λίγες και αδύναμες, αλλά υπαρκτές, φωνές αλληλεγγύης;



Short Link: http://wp.me/pPn6Y-157