"Εμείς μιλάμε γι’ ανθρώπινες ζωές…"

Posted on 10 Μαΐου, 2010 2:23 πμ από

197


του Στρατή Μπουρνάζου

 

 

«Τι αξία έχει το διαμάντι / όταν είναι κάρβουνο η ψυχή  / μέσα από την κόλαση του Δάντη / της φυγής η πόρτα είναι κλειστή».

 

Τετάρτη βράδυ, ακούω τους Χειμερινούς Κολυμβητές. Γι’ άλλο λόγο και περίσταση έγραψαν το κομμάτι, κι όμως σκέφτομαι: Τι αξία έχουν τα λόγια όταν κάηκαν τρεις άνθρωποι; Για να μη γίνουν κάρβουνο και οι ψυχές μας· αυτή την αξία έχουν. Γι’ αυτό γράφω λοιπόν, μ’ αβάσταχτο βάρος. Για τους νεκρούς. Αλλά και, κυρίως, για μας.

***

Πολλά, πάρα πολλά έγιναν  την Τετάρτη. Κι ακόμα περισσότερα θα μπορούσαμε να πούμε. Για το τεράστιο πλήθος που πλημμύρισε την Αθήνα. Για την οργή. Για την άγρια χαρά. Για το γέλιο των ανθρώπων. Για τα χημικά που μας πνίξαν. Για  το πλήθος που εφορμούσε φωνάζοντας «Να καεί, να καεί το μπουρδέλο η Βουλή» — προάγγελος της εξέγερσης ή προθάλαμος μιας επικίνδυνης αντικοινοβουλευτικής  λογικής; Για τη ρευστότητα των πραγμάτων. Για το πώς απ’ την κατήφεια της Πρωτομαγιάς φτάσαμε στον ενθουσιασμό της Τετάρτης. Γι’ αυτά κι άλλα πολλά. Μέχρι τη στιγμή που μάθαμε για τους νεκρούς. Από εκείνη τη στιγμή, τίποτα δεν ήταν ίδιο. Για όλους μας, οι τρεις νεκροί στοίχειωσαν τη μέρα μας. Παρασκευή Ζούλια, Αγγελική Παπαθανασοπούλου, Επαμεινώνδας Τσάκαλης, τα ονόματά τους.

 

Είναι τρομερό ότι τρεις άνθρωποι  βρήκαν έτσι τον θάνατο. Γιατί  δεν ήταν τυχαίο,  ήταν αποτέλεσμα μιας λογικής της τυφλής βίας, μιας συνειδητής αδιαφορίας για την ανθρώπινη ζωή.  Κάποτε θα συνέβαινε. Ήταν περίπου προβλέψιμο (όπως και το να θρηνήσουμε μελλοντικά νεκρό από την αλόγιστη χρήση χημικών).  Εδώ και λίγα χρόνια, στις  πορείες, ένα κομμάτι –άλλοτε  με την αποδοκιμασία και άλλοτε με την ανοχή των διαδηλωτών– λατρεύει και ασκεί τη βία για τη βία, αδιαφορώντας αν υπάρχουν και κινδυνεύουν άνθρωποι μέσα, δίπλα, από πάνω, παραδίπλα.

Έτσι, για  πρώτη φορά σε όλη την πρόσφατη ιστορία μας οι νεκροί μιας διαδήλωσης δεν είναι αποτέλεσμα της κρατικής βίας (η περίπτωση Κ. Μαρούση, το 1991, παραμένει πάντα αμφιλεγόμενη), αλλά της αντικρατικής βίας, της δράσης ανθρώπων που μετείχαν στην πορεία, που αποτελούσαν με κάποιον τρόπο –έκκεντρο έστω– κομμάτι της, και δρούσαν εν ονόματί της. Οι μολότοφ και οι φωτιές είχαν πρόσημο: ήταν  πράξη διαμαρτυρίας, πράξη αντικρατικής, αντιπλουτοκρατικής, αντικυβερνητικής βίας — όσο και να διαφωνούμε,  πώς  να το αρνηθούμε;

***

Λίγο αφού επιβεβαιώθηκε η είδηση,  άρχισαν να κυκλοφορούν διάφορα. Ότι η τράπεζα δεν είχε έξοδο κινδύνου. Ότι δεν είχε πυρασφάλεια. Ότι η εργοδοσία εξανάγκασε τους εργαζόμενους να δουλέψουν. Ότι η πόρτα ήταν κλειδωμένη. Ακόμα και αν ισχύουν στο ακέραιο, είναι πολιτικό και ηθικό όνειδος  να καταφύγουμε σ’ αυτά σαν άλλοθι, να πούμε ότι κατά βάθος φταίει ο Βγενόπουλος ή να υιοθετήσουμε τις εξοργιστικές γελοιότητες του Ριζοσπάστη (6.5.2010), πως «τους τρεις υπαλλήλους τούς σκότωσε η αστική τάξη, όποια “προβιά” κι αν φορούσαν τα όργανά της»!   Ας  μη θολώνει η κρίση μας: τούτη τη φορά, το διαρκές σκάνδαλο της εργοδοτικής αυθαιρεσίας δεν είναι η ουσία του ζητήματος. Η φωτιά δεν μπήκε από αστροπελέκι ή αποτσίγαρο.

Χιλιάδες μαγαζιά σε όλη την Ελλάδα δεν έχουν πυρασφάλεια κι εξόδους κινδύνου. Παρανόμως και κακίστως. Όμως, αν σε κάποιο από αυτά τα ΜΑΤ έριχναν ασφυξιογόνα ή οι Χρυσαυγίτες έναν εμπρηστικό μηχανισμό και θρηνούσαμε νεκρούς, θα λέγαμε ποτέ ότι φταίει η έλλειψη μέτρων ασφαλείας;  Ας μην τσαλαπατάμε τη λογική και την ευαισθησία μας…

Κι όσο για το άλλο που ακούστηκε, ότι έπρεπε να κλείσει η τράπεζα επειδή αποτελούσε «στόχο», αυτό μπορεί να το λέει η κοινή γνώμη, όχι όμως εμείς. Εμείς που φωνάζουμε «Στο δρόμο, στο δρόμο να σπάσουμε τον τρόμο!», δεν μπορούμε να λέμε ότι πρέπει να κλείνουν τα μαγαζιά, να οχυρώνονται, να γίνονται απόρθητα φρούρια, επειδή αλλιώς μετατρέπονται σε παγίδες θανάτου — και μάλιστα να εγκαλούμε τους υπευθύνους επειδή δεν αντιμετώπισαν την πορεία σαν σεισμό, τυφώνα, λαίλαπα που ενσκήπτει, κίνδυνο-θάνατο. Αν σκεφτόμαστε έτσι,  τότε έχουμε συνθηκολογήσει πλήρως με τη διαστροφή της έννοιας της διαδήλωσης, έχουμε προσχωρήσει στην επικράτεια του φόβου και του τρόμου.

***

Αριστεροί κάθε απόχρωσης, αντιεξουσιαστές, αναρχικοί, ελευθεριακοί, παλεύουμε για την κοινωνική απελευθέρωση, τη διεύρυνση της ελευθερίας, ενάντια στην καπιταλιστική βαρβαρότητα που συνθλίβει τις ζωές και τα όνειρα των ανθρώπων, ενάντια στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο· έτσι δεν είναι; Τι κοινό έχουν οι αξίες μας με τη φετιχοποίηση της βίας, με τη βία που αναγορεύεται σε υπέρτατο και μοναδικό αυτοσκοπό και, το ανατριχιαστικότερο,  περιφρονεί την ανθρώπινη ζωή; Η απαξία για την ανθρώπινη ζωή  δεν έχει τίποτα το απελευθερωτικό, δεν υπηρετεί τον αγώνα για απελευθέρωση, δικαιοσύνη και καλύτερη ζωή. Δεν μπορούμε παρά να σταθούμε, χωρίς υπεκφυγές, αντιμέτωποι.

Εμείς. Μιλάω πάντα για μας. Ο καθείς εφ’ ω ετάχθη. Κυβερνητικοί και καθεστωτικοί παράγοντες μπορεί να βλέπουν τους νεκρούς σαν ευκαιρία για να βγουν από τη δύσκολη θέση. Επενδυτές μπορεί να τρέμουν τις επιπτώσεις στον τουρισμό. Επιστήμονες και μελετητές οφείλουν να αναλύσουν τα κοινωνιολογικά, ψυχολογικά και άλλα αίτια του φαινομένου. Το ζήτημα είναι εμείς τι κάνουμε. Όλοι και όλες εμείς, που έχουμε διαδηλώσει για  τα εργατικά «ατυχήματα», τις αυτοκτονίες στον στρατό, την επίθεση στην Κούνεβα, τη βία των ΜΑΤ, τη δολοφονία του Α.  Γρηγορόπουλου, τους θανάτους μεταναστών και τόσα άλλα με κοινή συνισταμένη την υπεράσπιση της ανθρώπινης ζωής και αξιοπρέπειας, δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τους τρεις νεκρούς, να τους φορτώσουμε άρον άρον όπου μπορέσουμε: στον Βγενόπουλο, στο κράτος, στους «προβοκάτορες». Ούτε να μιλάμε κυνικά για «παράπλευρες απώλειες» ή να κάνουμε συμψηφισμούς με άλλους νεκρούς. Κι αυτό δεν έχει καμιά σχέση με τον καθωσπρεπισμό, αλλά αγγίζει τον πυρήνα της αξιακής και πολιτικής μας στάσης. Στην πορεία της Τετάρτης, άλλωστε, φωνάζαμε:  «Εσείς μιλάτε για κέρδη και ζημιές, εμείς μιλάμε γι’ ανθρώπινες ζωές!».

Αν νιώθουμε την τραγικότητα αυτού που έγινε, αν νιώθουμε συντριβή, αν αφεθούμε να πενθήσουμε χωρίς να γυρεύουμε να πνίξουμε το πένθος μας σε μια θάλασσα αναλύσεων και υπεκφυγών, ίσως αυτό είναι μια αρχή. Έστω εκ των υστέρων, γιατί όλα αυτά έπρεπε να τα έχουμε σκεφτεί, πολλοί, του γράφοντος μη εξαιρουμένου, αρκετά νωρίτερα. Πρέπει, έστω και τώρα, να μετατρέψουμε την τραγική εμπειρία και το πένθος σε σκέψη ατομική και συλλογική, να αναλογιστούμε ο καθένας τις –διαφορετικές βέβαια– ευθύνες του. Να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε, να μιλήσουμε τίμια, να σταθούμε, ηθικά και πολιτικά, εκεί που πρέπει. Χωρίς να κοροϊδεύουμε τους άλλους, και πρώτα πρώτα τους εαυτούς μας.

ΥΓ. Από τα πάμπολλα κείμενα που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο θα ήθελα να παραπέμψω σε δύο:

του Κώστα Σβόλη (indy.gr/analysis/tria-fantasmata-planioyntai-pano-apo-to-kinima)

και του Radical Desire (radicaldesire.blogspot.com/2010/05/greques-encore-un-effort-si-vous-voulez.html).

——————————————————————————————————————————–

Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύθηκε στο

http://enthemata.wordpress.com/2010/05/09/%CE%B5%CE%BC%CE%B5%CE%AF%CF%82-%CE%BC%CE%B9%CE%BB%CE%AC%CE%BC%CE%B5-%CE%B3%CE%B9-%CE%B1%CE%BD%CE%B8%CF%81%CF%8E%CF%80%CE%B9%CE%BD%CE%B5%CF%82-%CE%B6%CF%89%CE%AD%CF%82/

 

loophole

 

Short Link: http://wp.me/p1pa1c-R2