Κυριακάτικη μπουγάδα

Posted on 11 Δεκεμβρίου, 2011 2:47 μμ by

12


 

Σήμερα καθώς μάζευα τα απλωμένα ρούχα, έπεσε από τα άγαρμπα μου χέρια μια μαξιλαροθήκη. Βλέποντας την στο έδαφος ανάμεσα σε σκόρπια φύλλα και κλαδάκια που έφερε ο αέρας, ένιωσα μια ελαφριά μελαγχολία. Όχι για τον κόπο μου που θα την μάζευα, αλλά επειδή μου ήρθαν στο νου μνήμες από μια άλλη όμοια εμπειρία. Κάποτε και σ’ ένα μακρινό μέρος, ζούσαμε 4 συγκάτοικοι. Το σπίτι βρισκόταν στον 2ο όροφο και στο μικρό πίσω μπαλκόνι που κοίταζε τις πλάτες άλλων δύο πολυκατοικιών, απλώναμε τις ατέλειωτες μπουγάδες μας. Η πολύχρωμη πραμάτεια μας ανέμιζε, αποκαλύπτωντας τις κρυφές πτυχές του καθενός. Οι πτώσεις δε, των φρεσκοπλυμμένων ρούχων είτε λόγω αφηρημάδας, είτε λόγω στριμώγματος δεν ήταν λίγες και αποφάσισα να βρω μια λύση. Πήρα μακρύ σχοινί, έδεσα στην άκρη του ένα αυτοσχέδιο αγκίστρι από χοντρό σύρμα, έβαλα ένα μεταλλικό καρούλι για βαρίδιο και το εργαλείο άμεσης διάσωσης των απολωλότων ενδυμάτων ήταν έτοιμο. Κάθε φορά που ήταν απαραίτητη η χρήση του, στηνόταν στο μπαλκόνι μια μικρή γιορτή. Αυτός που θα το χρησιμοποιούσε, φώναζε και τους υπόλοιπους συγκάτοικους για ν’ απολαύσουν το θέαμα. Άλλοτε μ’ ένα τσιγάρο, άλλοτε με μια μπύρα στο χέρι, παίρναμε θέση μάχης. Εμψυχώναμε τον ψαρά με ιαγχές πίστης και μόλις τα κατάφερνε να το σηκώσει, αρχίζαμε να κουνάμε το σχοινί κι αυτό ξαναέπεφτε απαλά-απαλά, σχεδόν στην αρχική του θέση. Τα κορμιά μας τρανταζόντουσαν απ’ τα γέλια και κάποιοι γείτονες απορούσαν με το πώς μπορούσαμε να διασκεδάζουμε τόση ώρα με κάτι τέτοιο. Μα είμασταν μέσα μας παιδιά και τα παιδιά δεν σκοτίζονται να απαντάνε  σε όλα.

 

Έτσι.

Για το ταξίδι προς την Ιθακη.

Για ένα πουκάμισο αδειανό.

 

Υ.Γ. Και ήθελα να γελάσω κι εγώ σήμερα με όλη μου την ψυχή, μα χρειαζόμουν το παιδί μέσα μου. Γιατί δεν ερχόταν; Τι του έκανα; Τι του έκαναν;

 

http://wp.me/p1pa1c-eV8

Posted in: Ζωή, Uncategorized